Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Δύο ήττες ένα γεωπολιτικό συμπέρασμα...

Η Τουρκία δημιουργεί τετελεσμένα, η Ουάσιγκτον κρατά ίσες αποστάσεις. Επαγρύπνηση απέναντι στην εγχώρια φιλοκυβερνητική προπαγάνδα, που «βαφτίζει» τις προσδοκίες εθνικές επιτυχίες.

Του Χρήστου  Καπούτση.

Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου, και η αμερικανική αντίδραση αποκαλύπτουν δύο όψεις του ίδιου προβλήματος για την Αθήνα.

Η πρώτη είναι η  αποτυχία της Ελληνικής Διπλωματίας, να αποτραπεί η πολιτική νομιμοποίηση μιας συμφωνίας που αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Η δεύτερη είναι η αμερικανική επιλογή να ζητήσει «καλόπιστο διάλογο», χωρίς να τοποθετηθεί ευθέως για τη νομική εγκυρότητα του μνημονίου.

Η Τουρκία,  χτίζει συμμαχίες, μεταβάλλει πολιτικούς συσχετισμούς και επιχειρεί να μετατρέψει τις μονομερείς αξιώσεις της σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Οι ΗΠΑ, αντίθετα, προτάσσει τη διατήρηση των περιφερειακών ισορροπιών, χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος μιας σαφούς αντιπαράθεσης με την Τουρκία.

 Η Τουρκία,  χτίζει συμμαχίες, μεταβάλλει πολιτικούς συσχετισμούς και επιχειρεί να μετατρέψει τις μονομερείς αξιώσεις της σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Οι ΗΠΑ, αντίθετα, προτάσσει τη διατήρηση των περιφερειακών ισορροπιών, χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος μιας σαφούς αντιπαράθεσης με την Τουρκία.

Και όλα αυτά λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα και την κυβερνητική υποδοχή υψηλών προσδοκιών. Η αντίφαση είναι εκκωφαντική: άλλο οι στρατηγικές διακηρύξεις και άλλο η έμπρακτη υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων.

Η Ελλάδα  οφείλει να καταλάβει ότι η συμμαχία δεν καταργεί την ανάγκη αποτροπής. Όταν η Τουρκία δημιουργεί τετελεσμένα και οι ΗΠΑ ζητούν διάλογο χωρίς σαφή νομική τοποθέτηση, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί να διαπραγματεύεται όχι την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, αλλά το κόστος της παραβίασής του.

Και επι της ουσίας, με βάση την γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η Ελλάδα βρίσκεται στη μέγγενη δύο συμπληρωματικών πιέσεων: του τουρκικού αναθεωρητισμού, που εκδηλώνεται με την απειλή πολέμου (casus belli) σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», τις αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας και το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά  και της αμερικανικής πολιτικής, η οποία, προκειμένου να διατηρήσει την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο, αποφεύγει να ασκήσει αποφασιστική πίεση στην Άγκυρα για την εγκατάλειψη των παράνομων αναθεωρητικών της διεκδικήσεων.

Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι η Τουρκία αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία και απειλεί με πόλεμο σύμμαχο χώρα του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, προτάσσει τη γεωστρατηγική χρησιμότητα της Άγκυρας, τη στρατιωτική της ισχύ και τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή. Η αμερικανική στάση δεν ισοδυναμεί πάντοτε με ευθεία υποστήριξη της Τουρκίας. Όμως,  στην πράξη,  η αποφυγή σαφών ορίων προς την Άγκυρα ασφαλώς λειτουργεί υπέρ της.

Η Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών,  απορρίπτει κατηγορηματικά την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019, χαρακτηρίζοντάς το παράνομο, άκυρο και ανυπόστατο, καθώς παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες. Υπογραμμίζει ότι Τουρκία και Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να θεμελιώνουν νόμιμη οριοθέτηση. Τονίζει ότι οι μονομερείς αποφάσεις δεν μεταβάλλουν τη γεωγραφία ούτε το διεθνές δίκαιο, καλεί τη λιβυκή πλευρά να μην υπονομεύει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και προειδοποιεί ότι θα αξιοποιήσει κάθε ενδεδειγμένο μέσο για την προάσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το καλώδιο Κρήτης–Κύπρου: Η «ενημέρωση» ως διπλωματική παγίδα;

Η δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν δεν συνιστά άρση των τουρκικών αμφισβητήσεων. Η Άγκυρα αποδέχεται υπό όρους την πρόοδο του καλωδίου, αλλά συνδέει τις έρευνες με γραπτή ενημέρωση, συντεταγμένες και, κυρίως, με τη διατήρηση του υφιστάμενου status quo. Εκεί βρίσκεται η ουσία: η Τουρκία επιχειρεί να εμφανιστεί ως ενδιαφερόμενο μέρος που πρέπει να ενημερώνεται για δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές, τις οποίες η ίδια εντάσσει στις αμφισβητήσεις της.

Η απάντηση του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη ότι η ενημέρωση δεν συνιστά αδειοδότηση διατηρεί τυπικά την ελληνική θέση. Δεν εξαλείφει, όμως, τον πολιτικό κίνδυνο: εάν η διαδικασία παγιωθεί χωρίς αυστηρές διατυπώσεις και σαφή όρια, η Άγκυρα μπορεί να την παρουσιάσει ως έμμεση αναγνώριση ότι έχει λόγο στις συγκεκριμένες έρευνες.

Η επικίνδυνη διολίσθηση της ελληνικής διπλωματίας,  δεν βρίσκεται στην ενημέρωση καθαυτή, αλλά στη μετατροπή της σε προηγούμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης. Η Τουρκία δεν χρειάζεται να εξασφαλίσει επίσημο δικαίωμα βέτο, εάν κατορθώσει να επιβάλει στην πράξη την παρουσία της ως παράγοντα που πρέπει να συναινεί ή να μην αντιδρά. Έτσι, η «συνεννόηση» μπορεί να εξελιχθεί σε μηχανισμό έμμεσης αναβάθμισης των διεκδικήσεών της.  Το κρίσιμο ερώτημα για την Αθήνα είναι σαφές: ενημερώνει την Τουρκία χωρίς να αναγνωρίζει αρμοδιότητά της; Μήπως όμως,  ανοίγει, άθελά της, την πόρτα σε μια νέα γκρίζα ζώνη;

Ελλάδα–Αίγυπτος: Η διπλωματική αντεπίθεση στην τουρκική στρατηγική των τετελεσμένων

Οι εξελίξεις της 22ας–23ης Οκτωβρίου 2026 σηματοδοτούν μια ουσιαστική διπλωματική κίνηση: η Αθήνα και το Κάιρο συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις με στόχο την επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ του 2020, προς ανατολάς. Η πρωτοβουλία ακολουθεί την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης. Οι δύο υπουργοί Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελάτι, απέρριψαν την εξέλιξη και επανέλαβαν τη δέσμευσή τους στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Η σημασία είναι στρατηγική: η Ελλάδα επιχειρεί να απαντήσει στις τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο με διπλωματικές διαμαρτυρίες, αλλά και με την ενίσχυση της διεθνούς νομικής και πολιτικής θέσης της μέσω συμφωνιών με γειτονικά κράτη.

Ωστόσο, χρειάζεται ακρίβεια: η επέκταση δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί. Συμφωνήθηκε η συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Η συμφωνία του 2020 καλύπτει μόνο τμήμα της θαλάσσιας οριοθέτησης, μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού. Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε να ενισχύσει τη νομική θέση Ελλάδας και Αιγύπτου ανατολικότερα, χωρίς να ακυρώνει αυτομάτως το τουρκολιβυκό μνημόνιο ή να προδικάζει κάθε μελλοντική οριοθέτηση.

Το κρίσιμο γεωπολιτικό διακύβευμα είναι αν η Αθήνα και το Κάιρο θα μετατρέψουν την κοινή τους αντίδραση σε συγκεκριμένο διπλωματικό αποτέλεσμα. Η Αίγυπτος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή έχει δικά της θαλάσσια συμφέροντα και έχει δηλώσει ότι η επικύρωση του μνημονίου δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος της.  Το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρεί να διαγράψει από τον χάρτη τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών, αλλά το Διεθνές Δίκαιο δεν διαγράφεται με διμερείς συμφωνίες. Μια επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής οριοθέτησης ανατολικά του 28ου μεσημβρινού θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά τη νομική και γεωπολιτική θέση της Αθήνας, όχι όμως να ακυρώσει αυτομάτως το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Γι’ αυτό απαιτείται διαρκής επαγρύπνηση, όχι μόνο απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά και απέναντι στην εγχώρια φιλοκυβερνητική προπαγάνδα, που κινδυνεύει να παρουσιάσει μια δυνητική διπλωματική επιτυχία ως τετελεσμένο εθνικό θρίαμβο, πριν ακόμη υπάρξει συγκεκριμένο και μετρήσιμο αποτέλεσμα.

 https://www.militaire.gr/dyo-ittes-ena-geopolitiko-symperasma/

 

 

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου