Η – ορατή δια γυμνού οφθαλμού πλέον – ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων επιβεβαιώνει, δυστυχώς, όσους υπογράμμιζαν τα τραγικά λάθη της “προσωπικής” διπλωματίας του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι της Άγκυρας, χωρίς ουσιαστική ανάμιξη της Διπλωματικής Υπηρεσίας και διακομματική, ή ενδοπαραταξιακή συναίνεση.
Η πορεία επιστροφής σε φιλικές και – αμοιβαία – επωφελείς γειτονικές σχέσεις ενδεχομένως να είναι ακόμα εφικτή, αν και η εμπειρία, από το 1974 ως τις μέρες μας, δείχνει ότι ουδεμία τουρκική κυβέρνηση (στρατιωτική, κεμαλική, ισλαμίζουσα ή άλλη) είχε ποτέ τη βούληση να παραδώσει οτιδήποτε κεκτημένο ή τετελεσμένο.
Γιατί να παραδώσει το κατεχόμενο 40% της Μεγαλονήσου αν δεν εξασφαλίσει προηγουμένως τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Σχεδίου Άναν, ή μίας σύγχρονης παραλλαγής του; Γιατί να αναιρέσει τη θεωρία των γκρίζων ζωνών στο νότιο και ανατολικό Αιγαίο, αφού καταφέρνει να την εξαπλώνει στο βόρειο τμήμα του αρχιπελάγους και να την εδραιώνει στη Μεσόγειο μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου;














