Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Κλείσαμε... !!!

H δεύτερη αξιολόγηση έκλεισε. Αποφύγαμε μια κρίση ανάλογη εκείνης του Ιουλίου του 2015, δεν θα...
δούμε κατεβασμένα ρολά στις τράπεζες  

και δεν θα γίνουν εσπευσμένως εκλογές. Περίπου 7.4 δις θα δοθούν άμεσα, κυρίως για να καλύψουν τις τρέχουσες δανειακές μας υποχρεώσεις. Θα ακολουθήσει 1.1 δις, όταν οι δανειστές βεβαιωθούν ότι τα πράγματα προχωρούν όπως προβλέπεται. Εν τω μεταξύ, η δέσμευση για πλεονάσματα επανακαθορίζεται από το 3.5% στο 2%, οι ωριμάνσεις των ομολόγων επιμηκύνονται σημαντικά και τα επιτόκια παγώνουν. 


Η Kριστίν Λαγκάρντ δηλώνει ότι επιτεύχθηκε η δεύτερη (κατά σειρά) καλύτερη λύση. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επαναλαμβάνει περίπου το ίδιο. Και ο πρωθυπουργός, έναν τόνο πιο αισιόδοξος, αναφέρει στο διάγγελμά του: «Αναλάβαμε το ρίσκο, κινητοποιήσαμε τις συμμαχίες μας, αλλά και την κοινή λογική στην Ευρώπη και πήραμε τελικά αυτό που ζητούσαμε: Μια συμφωνία διεξόδου. Μετά τη χθεσινή εξέλιξη, λοιπόν, ανοίγεται μπροστά μας ένας καθαρός δρόμος διεξόδου».

Όλα αυτά είναι αδιαμφισβήτητα. Αλλά αδιαμφισβήτητο είναι επίσης ότι μας βαρύνει ένα χρέος 324 δις, δηλαδή 180% του ΑΕΠ. Με πάνω από 20% ανεργία. Με χιλιάδες νέους να έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό και περίπου το 1/3 του πληθυσμού να αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικής περιθωριοποίησης σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Η όποια ρύθμιση για το χρέος παραπέμπεται στη μετά το μνημόνιο εποχή, η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση είναι προς το παρόν αμφίβολη, ενώ στην Ευρώπη αποκαθίσταται σιγά-σιγά η νεοφιλελεύθερη «κανονικότητα», δηλαδή η πολιτική κυριαρχία των δυνάμεων της Δεξιάς που είχε απειληθεί από τους Ποδέμος στην Ισπανία και από τους Εργατικούς στη Βρεττανία. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα στη Γαλλία εξαερώθηκε, το SPD στη Γερμανία τρέχει δεύτερο και καταϊδρωμένο και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα αγκομαχεί.

Σε μια αναλαμπή ειλικρίνειας, ο Θεόδωρος Πάγκαλος καθιστά τη θέση των συστημικών δυνάμεων ξεκάθαρη και σαφή: «Σε χώρες που είναι στη δική μας κατάσταση, δηλαδή που έχουν να αποπληρώσουν ένα τεράστιο εξωτερικό χρέος, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε πια για Δεξιά και Αριστερά. Και παραπέρα ο φυσικός και ιστορικός ρόλος της Αριστεράς μπορεί να υπάρχει θεωρητικά και να ανακύψει ξανά στο μέλλον αλλά προς το παρόν δεν υφίσταται. Όταν δεν υπάρχει πλεόνασμα και για όσον καιρό η κατάσταση αυτή θα συνεχίζεται, η αναδιανομή είναι αδύνατη. Η δημιουργία πλεονάσματος είναι απαραίτητη. Το άνοιγμα των θυρών για να έρθουν στη χώρα μας ξένα επενδυτικά κεφάλαια δεν είναι ξεπούλημα. Είναι επιβαλλόμενη, συνειδητή και επιστημονικά θεμελιωμένη πατριωτική πολιτική».

Φοβάμαι ότι η θέση του Πάγκαλου είναι κοντά στη ζοφερή κατάσταση που μας περιμένει. Οι «θύρες» έχουν ήδη ανοίξει και θα ανοίγουν ολοένα και περισσότερο. Μόνο που οι νέες επενδύσεις θα βρουν τον τόπο καθημαγμένο, τις εργασιακές σχέσεις στο ναδίρ και το πολιτικό σύστημα μετατοπισμένο δύο και τρία «κλικ» πιο δεξιά. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μπορεί οι αριθμοί να ευτυχήσουν, οι πολίτες όμως δεν το νομίζω.

Είναι λοιπόν, όπως λέει ο Πάγκαλος, το τέλος της Αριστεράς όπως τη ξέραμε; Για να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση, θα πρέπει προηγουμένως να εμπεδώσουμε την πικρή αλήθεια ότι οι πολιτικές παρατάξεις και τα κόμματα δεν σχηματίζονται μόνα τους μ’ έναν αυτόματο και αυθόρμητο τρόπο. Τα φτιάχνουν τα υποκείμενα, δηλαδή οι άνθρωποι.

Κι άνθρωποι στην περίπτωσή μας είναι όχι μόνο ενδεείς, αλλά και κουρασμένοι και συγκεχυμένοι και παραπληροφορημένοι. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να μετουσιώσει τη συναίνεση στη στροφή που έκανε το καλοκαίρι του 2015, όταν κατέρρευσε παταγωδώς το αφήγημα της «σκληρής διαπραγμάτευσης» και της καταγγελίας των μνημονίων, σε δημιουργική δύναμη που θα επέτρεπε μια ευφυή διέξοδο και μια ριζική αναδιατάξη του πολιτικού σκηνικού. Ο μοχλός της απλής αναλογικής, της συνταγματικής αναθεώρησης, της εξυγίανσης των ΜΜΕ, δεν λειτούργησε για έναν απλό λόγο:  Η κυβέρνηση δεν επέδειξε την απαραίτητη διαχειριστική επάρκεια στα καθημέραν και δεν τόλμησε να προχωρήσει σε (δικές της) διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα διατηρούσαν το ηθικό πλεονέκτημά της και θα πίεζαν τον χώρο της κεντροαριστεράς να συμμαχήσει μαζί της –προφανώς για να μην περιθωριοποιηθεί.  Υπήρξε για μια εποχή η ρητορική του «παράλληλου προγράμματος», αλλά νομίζω ότι το νόημα που αποδόθηκε σε αυτή την ιδέα είχε να κάνει περισσότερο με πιθανές «σφήνες» και «δολιχοδρομίες», παρά με ένα πραγματικό πρόγραμμα θεσμικών παρεμβάσεων που είχε σαφή στόχευση και αντικειμενική βάση.

Για να στοιχειοθετηθεί άλλωστε ένα τέτοιο «παράλληλο πρόγραμμα» θα έπρεπε να συντρέχουν δύο βασικές προϋποθέσεις:  Πρώτον, η δυνατότητα επιστράτευσης του κατάλληλου πολιτικού προσωπικού, το οποίο θα είχε τη συγκρότηση και την ανιδιοτέλεια που απαιτεί ο ρόλος του σε ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα˙ δεύτερον, η αποσαφήνιση μιας ρεαλιστικής μεταρρυθμιστικής ατζέντας που θα ελάμβανε υπόψη τις χρόνιες στρεβλώσεις της δημόσιας διοίκησης, τα συντεχνιακά κυκλώματα και τη διαφθορά, όχι για να τα «ξορκίσει», αλλά για να τα αντιμετωπίσει αποφασιστικά με πολιτικούς όρους. 

Δεν έλειψαν οι καλές προθέσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν και δεν είναι μια παραδοσιακή πολιτική δύναμη που εξαπατά εν γνώσει της τον κόσμο και πολιτεύεται με άξονα το στενά εννοούμενο «συμφέρον» της ηγετικής της ομάδας. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπήρξαν και υπάρχουν σκοπιμότητες που εκτροχιάζουν κατά καιρούς τον πολιτικό του λόγο, με υπερβολές στο επικοινωνιακό επίπεδο, αδικαιολόγητη θριαμβολογία και ενίοτε ασυγχώρητη ελαφρότητα. Αυτά όμως είναι άνθρώπινα και εν πάση περιπτώσει συγχωρητέα για ένα κόμμα που αναδύεται από μια κοινωνία με χίλιες δυο στρεβλώσεις.

Το ζητούμενο στην εποχή μας είναι άλλωστε άλλο: Έχει πλέον η κοινωνία και ο τόπος την ανάγκη μιας Αριστεράς, ή τελειώσαμε με αυτόν τον «μύθο», όπως ισχυρίζεται ο Πάγκαλος. Διαισθάνομαι ότι ο ρόλος της Αριστεράς ως «συνδικαλιστικού» θεσμού, δηλαδή ως συλλέκτη αδιαβάθμητων αιτημάτων που ενοποιούνται κουτσά-στραβά για να «βγει» ένα πρόγραμμα πριν τις εκλογές, έχει οριστικά τελειώσει. Οι μελλοντικές πολιτικές και κοινωνικές μάχες θα διεξάγονται ολοένα και περισσότερο εντός των (αστικών) θεσμών και σε διακριτή απόσταση από τα κοινοβουλευτικά τεκταινόμενα.

Η πρόκληση για μια νέα Αριστερά είναι να κατανοήσει εγκαίρως τις ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό σώμα, τις αλλαγές στον χαρακτήρα της εργασίας, τις διεθνείς μεταβολές. Αν το καταφέρει θα μπορέσει ίσως –με πολλή δουλειά- να διεισδύσει εκ νέου στους θεσμούς και να καλλιεργήσει σε μια καινούργια βάση το σοσιαλιστικό όραμα, δηλαδή την προοπτική μιας δίκαιης και ελεύθερης κοινωνίας. Αλλιώς, όπως εξηγούν με ενάργεια οι κλασσικοί στο «Μανιφέστο», θα εξακολουθούμε να ζούμε με την (αβάσιμη)  βεβαιότητα του επερχόμενου κοινωνικού μετασχηματισμού, ενώ θα βιώνουμε τη δυσάρεστη πραγματικότητα ενός αέναα διευρυνόμενου κοινωνικού και πολιτικού χάους...

Σπύρος Γεωργάτος (tvxs)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου