Διονύσης Τεμπονέρας
Κατά τη διάρκεια της εισήγησής του στο Υπουργικό Συμβούλιο, ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ με ισχύ από 1η Απριλίου.
Το «καθαρό» ποσό, μετά την αφαίρεση των κρατήσεων για ασφαλιστικές και φορολογικές εισφορές, ανέρχεται για τον άγαμο νεοεισερχόμενο στην αγορά εργασίας εφεξής στα 771, 7 ευρώ, προκύπτει δηλαδή καθαρή αύξηση 27 ευρώ.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αύξηση αυτή, σαν μια αύξηση που ξεπερνά τον πληθωρισμό και θα ενισχύσει σημαντικά το εισόδημα των εργαζομένων, η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική:
1. Ο πληθωρισμός από το 2019 έχει αυξηθεί σωρευτικά, σε πολλές περιπτώσεις σε ποσοστά που εξαφανίζουν τις επικείμενες αυξήσεις. Ειδικά οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 40% τα τελευταία 5 έτη. Η αύξηση του κατώτατου μισθού από το 2019 μέχρι σήμερα (41,5%%) απορροφάται κατά συντριπτικό μέρος από τον πληθωρισμό. Επίσης η αύξηση του κατώτατου μισθού μόνο κατά 50% συμπαρασύρει το μέσο μισθό, κάτι που σημαίνει ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού υπολείπονται σαφώς του πληθωρισμού για την πλειονότητα των εργαζομένων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για την κατηγορία «Διατροφή και Μη Αλκοολούχα Ποτά» (σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση του γ.γ. του υπ. Εμπορίου), η σωρευτική αύξηση τιμών από το 2021 έως το 2025 φτάνει το 40-45%, πολύ υψηλότερα από τον γενικό πληθωρισμό. Η διαφορά αυτή αποκαλύπτει πώς η καθημερινή ακρίβεια στα τρόφιμα υπερβαίνει κατά πολύ τα επικοινωνιακά νούμερα, πλήττοντας κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
2. Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αφορά παρά μόνο το 20% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή 1 στους 5 εργαζόμενους (από τα 2,5 εκατομμύρια των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, αύξηση θα δουν περίπου 600.000 εργαζόμενοι σε βάθος αρκετών ετών). Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων δεν πρόκειται να δει ούτε ένα ευρώ αύξηση, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει τις συνέπειες της ακρίβειας, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται περαιτέρω το εισόδημά της.τά σχεδόν 30 μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ως προς το ποσοστό κάλυψης εργαζομένων, από συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Στην Ελλάδα, το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας έχει «πέσει» στο 25,8% την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στα 57% (υπάρχουν χώρες με ποσοστό κάλυψης άνω το 70%). Ακόμα και η «Κοινωνική Συμφωνία» που υπέγραψε η κυβέρνηση με τους λεγόμενους κοινωνικούς εταίρους ελάχιστα αναμένεται να βοηθήσει αφού βασικές αρχές των Συλλογικών Συμβάσεων εργασίας(επεκτασιμότητα, ευνοϊκότερη ρύθμιση, μονομερή προσφυγή) στην πράξη θα παραμείνουν ανενεργές.
4. Για να φτάσουμε στα επίπεδα που προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία (80%) δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης και την ανάθεση του καθορισμού του κατώτατου μισθού, στους κοινωνικούς εταίρους(ενώσεις εργαζομένων και εργοδοτών), όπως ίσχυε στη χώρα μας μέχρι το 2012.
5. Το επιχείρημα της κυβέρνησης, ότι θα προκύψουν μαζικές αυξήσεις μισθών με το «ξεπάγωμα» των τριετιών δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΓΣΕΕ ελάχιστοι αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό εργαζόμενοι, που συμπληρώνουν μία έως τρεις τριετίες μετά το μακροχρόνιο πάγωμα. Συνεπώς, «άνθρακες ο θησαυρός».
6. Ακόμα και οι τριετίες όμως απουσία των ελεγκτικών μηχανισμών δεν καταβάλλονται στην αγορά εργασίας. Είτε με ρήτρες συμψηφισμού, είτε με απειλές οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να μην διεκδικούν τα επιδόματα προϋπηρεσίας. Όσοι εργάζονται ειδικά στον ιδιωτικό τομέα ξέρουν ότι η εργοδοτική αυθαιρεσία έχει επιβάλλει τους δικούς της νόμους. Και στην περίπτωση αυτή το Υπουργείο Εργασίας «σφυρίζει αδιάφορα». Η Επιθεώρηση Εργασίας ακόμα και ως ανεξάρτητη αρχή δεν μπορεί λόγω υποστελέχωσης να παίξει ουσιαστικό ρόλο.
7. Η άρνηση της κυβέρνησης να αποκαταστήσει την λειτουργία των βασικών αρχών των ΣΣΕ (αρχή της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης) σε συνδυασμό με το «κεφαλοκλείδωμα» στο δικαίωμα τις απεργίας και εν γένει στην συνδικαλιστική ελευθερία, έχουν οδηγήσει χιλιάδες εργαζόμενους να αμείβονται με τον κατώτατο μισθό ή μέσω επαχθών όρων στις ατομικές συμβάσεις εργασίας. Πολυπληθείς κλάδοι εργαζομένων, όπως το εμπόριο, έχουν να συνάψουν συλλογικές συμβάσεις εδώ και χρόνια με τους εργοδότες με αποτέλεσμα να βρίσκονται μισθολογικά εντελώς στον «αέρα», παρά το γεγονός ότι πολλές εμπορικές επιχειρήσεις εμφανίζουν υπερκέρδη.
8. Έτσι λοιπόν μπορεί να αυξάνεται σε ονομαστικές τιμές ο κατώτατος μισθός όμως ο μέσος μισθός παραμένει ουσιαστικά σταθερός, αφού απουσιάζουν οι βασικοί συντελεστές αύξησης του.
9. Κατά συνέπεια, οι μισθοί στην Ελλάδα αποκλίνουν αντί να συγκλίνουν με αυτούς της Ευρωζώνης. Δεν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat ακόμα και με τις 5 προηγούμενες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό η χώρα μας παραμένει προτελευταία σε ευρωπαϊκό επίπεδο ξεπερνώντας μόνο της Βουλγαρία.
Όλα τα παραπάνω καταρρίπτουν πλήρως το αφήγημα της κυβέρνησης περί «καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας». Η χώρα μας παραμένει στον «πάτο» της Ευρώπης και οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βυθίζονται σε μισθολογική «άβυσσο». Η ασφάλεια, η δημοκρατία, η δικαιοσύνη, η αξιοπρέπεια στην εργασία είναι ο μόνος τρόπος να δουν οι εργαζόμενοι αλλά και ολόκληρη η κοινωνία μια «άσπρη μέρα».
Η κυβέρνηση της ΝΔ δεν έχει κάτι άλλο να προσφέρει στον κόσμο της εργασίας. Τον λόγο πρέπει να έχουν οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα έχει στον πυρήνα του ως κοινωνική προτεραιότητα τις δυνάμεις του μόχθου και της δουλειάς.
(Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος – Εργατολόγος).
https://www.dnews.gr/eidhseis/politikes-eidhseis/579654/dionysis-temponeras-sto-dnews-o-mythos-tis-ayksisis-tou-katotatou-misthoy

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου