Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να δημιουργούνται ρυθμίσεις μόνο για να εμφανίζονται ως λύσεις, αλλά να προσφέρονται πραγματικές και εφαρμόσιμες διεξόδους από την υπερχρέωση.
Παρότι οι ευφάνταστες τεχνοκρατικές προσεγγίσεις διαμορφώνουν πλαίσια υποτιθέμενων λύσεων εν τούτοις η φράση «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον» αποκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις αλλά και τους συστημικούς κινδύνους που αυτές οι λύσεις έχουν επιμελώς αποκρύψει.
Μια δημοφιλή πλην άκρως προβληματική και επικίνδυνη μορφή διευθέτησης των δανείων κατά την προσωπική μας άποψη είναι η ρύθμιση οφειλών τύπου Step Up όπου ο δανειολήπτης καταβάλει χαμηλή μηνιαία δόση για ένα προκαθορισμένο αρχικό βραχυπρόθεσμο διάστημα συνήθως 2 έως 5 χρόνια η οποία στην συνέχεια κλιμακώνεται αυξητικά.
Το ευτράπελο είναι ότι όταν η δόση δεν καλύπτει τους τόκους το ποσό των τόκων που δεν καταβάλλεται κεφαλαιοποιείται με αποτέλεσμα να προστίθεται στο αρχικό κεφάλαιο και αντί μείωσης της οφειλής να επέρχεται αύξηση της .
Η επίσημη θεωρητικά τραπεζική προσέγγιση είναι να δοθεί στον δανειολήπτη χαμηλότερη δόση στην αρχή, με την προσδοκία ότι αργότερα θα μπορεί να πληρώνει μεγαλύτερη κάτι όμως που μετατρέπει τις ρυθμίσεις σε ένα είδος τζόγου και αβεβαιότητας.
Ανεπίσημα είναι ένας τρόπος κάλυψης της πραγματικότητας με οφέλη μόνο για τα στελέχη των τραπεζών που καρπώνονται bonus επίτευξης υψηλών στόχων και μεγάλα θύματα τους δανειολήπτες που στην απόλυτη απελπισία τους κερδίζουν λίγο επιπλέον χρόνο πιστεύοντας ότι κάτι μπορεί να γίνει μελλοντικά και να διασωθούν.
Οι ρυθμίσεις οφειλών Step-Up είναι ρυθμίσεις δανείων στις οποίες η δόση ξεκινά χαμηλότερα και αυξάνεται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου οπότε το μέλλον είναι εκείνο που τελικά δείχνει εάν πρόκειται για ουσιαστική ρύθμιση ή απλώς για μετάθεση του προβλήματος σε χρόνο ακόμη πιο δυσμενή για τον δανειολήπτη .
Διότι εάν κάποια ρύθμιση δεν μπορεί να στηριχτεί σε καθεστώς χαμηλών επιτοκίων τότε ποια προοπτική υπάρχει όταν θα πρέπει να δοθεί οριστική λύση σε καθεστώς αυξημένων επιτοκίων ;
Καμία, ειδικά όταν οι εποπτικές ευρωπαϊκές αρχές έχουν ξεκαθαρίσει ότι όποια ρυθμίσει τέτοιου είδους βρεθεί στους ισολογισμούς των τραπεζών μετά το τέλος της τρέχουσας χρονιάς δεν θα λαμβάνεται υπόψη και τα δάνεια θα χαρακτηριστούν αμέσως ως μη εξυπηρετούμενα , ως κόκκινα κατά το λαϊκότερον.
Στην βάση αυτή ομιλούμαι για μια ωρολογιακή βόμβα που δυνητικά αφορά 50-60 χιλιάδες δανειολήπτες και δανειακές συμβάσεις ύψους 4,5 – 6 δις € .
Βόμβα μεγατόνων που θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε μια νέα γενιά κόκκινων δανείων τα οποία μέσω τιτλοποιήσεων θα οδηγηθούν στους servicers.
Αναμενόμενη κατάληξη με χαρακτηριστικά δημαγωγικής προσέγγισης από την πλευρά των τραπεζών αφού τέτοιου είδους ρυθμίσεις όταν η αρχική δόση δεν επαρκεί για να καλύψει τους τόκους που δημιουργούνται, τότε η διαφορά κεφαλαιοποιείται, δηλαδή προστίθεται στο υπόλοιπο του δανείου.
Γι’ αυτό η Step-Up ρύθμιση είναι πραγματικά επικίνδυνη δημιουργεί συσσωρευμένο κίνδυνο και σε μεγάλη κλίμακα μπορεί να επηρεάσει την κατανάλωση, τις επενδύσεις, τις κατασχέσεις/πλειστηριασμούς και τελικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σήμερα υπάρχει σημαντική έκθεση των ελληνικών τραπεζών σε Step-Up ρυθμίσεις κάτι που έχει μεγάλη σημασία για την οικονομία αφού η Ελλάδα έχει ήδη ένα πολύ μεγάλο κληροδότημα ιδιωτικού χρέους.
Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καταγράφει μεγάλη βελτίωση στην ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων — το NPL ratio είχε πέσει στο 3,6% τον Ιούνιο του 2025, το χαμηλότερο επίπεδο από την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ, όμως η απεικόνιση είναι θεωρητική και δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους, απλά μετατοπίστηκε στους servicers.
Το μεγαλύτερο απόθεμα προβληματικού ιδιωτικού χρέους έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος στους servicers και εξακολουθεί να περιορίζει την πρόσβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε νέα χρηματοδότηση.
Οπότε ρυθμίσεις δημαγωγικού τύπου όπως αυτές των Step-Up δημιουργούν έναν επιπλέον κίνδυνο αφού μεταθέτουν το βάρος στο μέλλον χωρίς πραγματική εξυγίανση του δανειολήπτη πόσο μάλλον όταν ότι δεν καταβάλλεται κεφαλαιοποιείται με αποτέλεσμα να αυξάνεται το υπόλοιπο πάνω στο οποίο θα υπολογίζονται οι μελλοντικές δόσεις/τόκοι.
Οι Step Up ρυθμίσεις είναι αναποτελεσματικές από οικονομική άποψη, είναι κυριολεκτικά απάτη παρότι ως νομικός χαρακτηρισμός δεν μπορεί να συναχθεί μόνο από το γεγονός ότι μια ρύθμιση έχει Step Up δομή, όμως κάθε ρύθμιση κατά την οποία το κεφάλαιο δεν μειώνεται, ουσιαστικά μας δίνει την δυνατότητα να μιλήσουμε για απάτη.
Απάτη είναι η σκόπιμη παραπλάνηση με σκοπό το παράνομο κέρδος ή την πρόκληση οικονομικής ζημιάς σε βάρος τρίτου.
Η απάτη είναι αξιολογικός/πολιτικός χαρακτηρισμός και προϋποθέτει ότι υπάρχει πρόθεση παραπλάνησης, κάτι που για τις Step Up ρυθμίσεις τεκμηριώνεται.
Ρυθμίσεις που εμφανίζουν βελτίωση της εξυπηρέτησης μέσω χαμηλής αρχικής δόσης, χωρίς όμως ουσιαστική απομείωση της οφειλής, συνιστούν ρύθμιση παραπλάνησης και όχι ρύθμιση πραγματικής εξυγίανσης χρέους.
Τέτοιου είδους ρυθμίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομική καταστροφή τον δανειολήπτη, εφόσον η ρύθμιση είναι δομημένη έτσι ώστε να μην είναι πραγματικά βιώσιμη οδηγώντας τον σε αδυναμία εξυπηρέτησης και τελικά σε απώλεια περιουσίας.
Οι τράπεζες έχουν δόλο αφού αποφεύγουν την άμεση αναγνώριση ζημιάς και με την υποτιθέμενη ρύθμιση διατηρούν το δάνειο σε εξυπηρετούμενη κατάσταση αντί να το οδηγούν αμέσως σε αθέτηση και ζημιά.
Αντί να διαγράψουν ένα μεγάλο μέρος της οφειλής, ο δανειστής συνεχίζει να έχει απαίτηση για το κεφάλαιο και τους αυτοτροφοδοτούμενους τόκους.
Η χαμηλή αρχική δόση διευκολύνει την αποδοχή της ρύθμισης από τον δανειολήπτη αφού ο ίδιος είναι σε θέση ανάλογη ενός καρκινοπαθούς σε τελικό στάδιο της ασθένειας του, ενώ η πρώτη δόση φαίνεται διαχειρίσιμη με την πραγματική δοκιμασία να έρχεται αργότερα.
Η δημαγωγία έγκειται στο γεγονός ότι μια ρύθμιση οφειλών Step-Up παρουσιάζεται ως μεγάλη ανακούφιση για τον δανειολήπτη ενώ αποσιωπάται το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Η δημαγωγία προβάλλεται, ως χαμηλή αρχική δόση αλλά όχι οι πολύ υψηλότερες μελλοντικές δόσεις, ως ρύθμιση του δανείου αλλά όχι η εξέλιξη του κεφαλαίου, ως η διευκόλυνση του δανειολήπτη αλλά όχι το συνολικό ποσό που θα καταβάλει, ως η αποφυγή άμεσης καταγγελίας αλλά όχι το ενδεχόμενο νέας αδυναμίας πληρωμής, ως η επιμήκυνση ως λύση ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να σημαίνει περισσότερους τόκους και μακροχρόνια επιβάρυνση.
Η δημαγωγία βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ της εικόνας και του πραγματικού αποτελέσματος αφού μικρότερη δόση σήμερα δεν σημαίνει μικρότερο χρέος αύριο.
Οι τράπεζες γνωρίζουν ότι μια ρύθμιση δεν πρέπει να κρίνεται από το πόσο εύκολη φαίνεται την πρώτη ημέρα, αλλά από το αν οδηγεί πράγματι σε βιώσιμη απομείωση του χρέους.
Γνωρίζουν επίσης ότι η πραγματική επιτυχία μιας ρύθμισης μετριέται από το αν ο δανειολήπτης μπορεί να την τηρήσει σε βάθος χρόνου και κυρίως, από το αν οδηγεί σε ουσιαστική και βιώσιμη μείωση της οφειλής.
Η ουσιαστική προστασία του δανειολήπτη απαιτεί διαφάνεια, σαφή παρουσίαση του συνολικού κόστους και αξιολόγηση της πραγματικής βιωσιμότητας κάθε ρύθμισης, διότι μια ρύθμιση που απλώς καθυστερεί την επόμενη αδυναμία πληρωμής δεν είναι πραγματική εξυγίανση.
Το ζητούμενο δεν είναι να παρουσιάζεται ως επιτυχία το γεγονός ότι ένα δάνειο ρυθμίστηκε, παρότι η Τράπεζα της Ελλάδος κλείνει τα μάτια της ως ο βασικός επόπτης του συστήματος, το ζητούμενο είναι να μπορεί ο δανειολήπτης να αποπληρώσει την οφειλή του χωρίς η ίδια η ρύθμιση να τον οδηγεί, μακροπρόθεσμα, σε ακόμη μεγαλύτερη οικονομική αδυναμία, εκεί κρίνεται η διαφορά ανάμεσα σε μια πραγματική λύση και σε μια απλώς επικοινωνιακά επιτυχημένη ρύθμιση.
Ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να βαφτίζουμε λύση κάθε ρύθμιση που απλώς μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον.
Δεν είναι κοινωνική πολιτική να μειώνεται προσωρινά η δόση, ενώ το χρέος παραμένει δυσβάστακτο.
Δεν είναι επιτυχία να ανακοινώνονται εκατοντάδες χιλιάδες ρυθμίσεις, όταν ένα σημαντικό μέρος των δανειοληπτών εξακολουθεί να βρίσκεται παγιδευμένο σε έναν διαρκή κύκλο οφειλών, τόκων, κεφαλαιοποιήσεων και νέων ρυθμίσεων.
Η πολιτεία δεν μπορεί να αρκείται στους αριθμούς των ρυθμισμένων δανείων, οφείλει να κοιτάξει την πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς, πόσο μειώθηκε πραγματικά το χρέος, πόσοι δανειολήπτες έγιναν ξανά οικονομικά βιώσιμοι και πόσοι απλώς πήραν μια παράταση πριν από την επόμενη αδυναμία πληρωμής.
Γιατί όταν μια ρύθμιση παρουσιάζεται ως ανακούφιση, αλλά η τελική δόση γίνεται απρόσιτη, όταν το κεφάλαιο δεν μειώνεται ουσιαστικά και όταν ποσά που δεν μπορούν να καταβληθούν προστίθενται στην οφειλή, τότε η πολιτική της ρύθμισης κινδυνεύει να μετατραπεί σε πολιτική αναβολής του προβλήματος.
Αυτό δεν είναι ζήτημα επικοινωνίας, είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής αποτελεσματικότητας.
Η πολιτεία οφείλει να θέσει ένα σαφές όριο: καμία ρύθμιση δεν πρέπει να θεωρείται επιτυχημένη επειδή απλώς υπογράφηκε.
Επιτυχημένη είναι μόνο όταν ο άνθρωπος που χρωστά μπορεί, μέσα από αυτήν, να ξανασταθεί στα πόδια του και να βγει οριστικά από τον φαύλο κύκλο του χρέους.
Χρειάζεται λοιπόν αλλαγή φιλοσοφίας.
Από τη λογική της προσωρινής διευκόλυνσης στη λογική της πραγματικής εξυγίανσης, από τους αριθμούς των ρυθμίσεων στα αποτελέσματα για την κοινωνία, από την επικοινωνιακή διαχείριση στην ουσιαστική προστασία του δανειολήπτη.
Γιατί μια πολιτεία που πανηγυρίζει ότι ‘ρύθμισε’ το χρέος, ενώ ο πολίτης παραμένει εγκλωβισμένος σε αυτό, δεν έχει λύσει το πρόβλημα, απλώς το έχει μεταθέσει και η μετάθεση ενός κοινωνικού προβλήματος δεν είναι λύση.
Είναι πολιτική απάτη.
Ούτε οι τιτλοποιήσεις που σε λίγους μήνες θα βγάλουν αυτά τα δάνεια από τους ισολογισμούς των τραπεζών και θα τα οδηγήσουν στους servicers μπορούν να είναι μέρος της λύσης, αφού το κρίσιμο είναι τι γίνεται μετά την τιτλοποίηση με τον δανειολήπτη και την οφειλή.
Η τιτλοποίηση δεν πρέπει να αποτελεί μηχανισμό μεταφοράς του προβλήματος από την τράπεζα σε έναν servicer, πρέπει να αποτελεί εργαλείο οριστικής εξυγίανσης των κόκκινων δανείων.
Η τιτλοποίηση μπορεί να καθαρίσει τους ισολογισμούς των τραπεζών από τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και να επιτρέπει την πιο ‘ενεργή διαχείρισή τους’, όμως αν η διαχείριση περιορίζεται σε διαδοχικές ρυθμίσεις, κεφαλαιοποιήσεις και παρατάσεις χωρίς πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής, το πρόβλημα του δανειολήπτη δεν λύνεται — απλώς αλλάζει χέρια.
Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων δεν λύνεται με περισσότερες προσωρινές ρυθμίσεις, δεν λύνεται με δόσεις που απλώς μετατίθενται στο μέλλον, ούτε με Step Up προγράμματα που μπορεί να προσφέρουν μια παραπλανητική ανάσα, αλλά αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του προβλήματος.
Χρειάζεται οριστική λύση.
Δεν μπορεί ένας δανειολήπτης να παραμένει για δεκαετίες εγκλωβισμένος σε μια οφειλή που δεν μπορεί να αποπληρώσει.
Δεν μπορεί μια ρύθμιση να θεωρείται επιτυχία επειδή απλώς υπογράφηκε.
Δεν μπορεί η πολιτεία να πανηγυρίζει για τη μείωση των κόκκινων δανείων στις τράπεζες, όταν το βάρος τους εξακολουθεί να συνθλίβει ανθρώπους, οικογένειες, επιχειρήσεις.
Η πραγματική επιτυχία πρέπει να είναι διπλή: ισχυρές και καθαρές τράπεζες και ταυτόχρονα βιώσιμοι δανειολήπτες.
Γι’ αυτό χρειάζεται μια νέα πολιτική συμφωνία για τα κόκκινα δάνεια, οι τιτλοποιήσεις να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο οριστικής εξυγίανσης και όχι ως απλή μεταφορά του προβλήματος από την τράπεζα στον servicer.
Να υπάρχει πραγματική αξιολόγηση της οικονομικής δυνατότητας κάθε δανειολήπτη, ουσιαστική αναδιάρθρωση όπου απαιτείται και, όπου η οικονομική πραγματικότητα το επιβάλλει, πραγματική μείωση της οφειλής.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν κύκλο ρυθμίσεων που απλώς αγοράζει χρόνο, χρειάζεται ένα σχέδιο που θα τον κλείσει οριστικά.
Σε οικονομικό επίπεδο ευνοούνται οι τράπεζες και κατ’ επέκταση οι μέτοχοί τους όταν μια ρύθμιση μειώνει τον άμεσο κίνδυνο αθέτησης και διατηρεί την απαίτηση ενεργή.
Η τιτλοποίηση βοηθά την τράπεζα να απομακρύνει τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα από τον ισολογισμό της ενώ η συνέχιση των πληρωμών δημιουργεί ταμειακές ροές που αυξάνουν τα έσοδα της και όλα αυτά μπορεί να συμβάλουν σε καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα για την τράπεζα και επομένως να λειτουργούν προς όφελος των μετόχων, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ρύθμιση είναι σχεδιασμένη για να ωφελεί τις τράπεζες εις βάρος του δανειολήπτη.
Μια πραγματικά βιώσιμη ρύθμιση πρέπει να ωφελεί και τις δύο πλευρές, ο δανειολήπτης διατηρεί την περιουσία και τη δυνατότητα αποπληρωμής, ενώ ο πιστωτής ανακτά την απαίτηση του.
Δεν μπορεί η επιτυχία του τραπεζικού συστήματος να μετριέται μόνο από τη μείωση των κόκκινων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς, πρέπει να εξετάζεται και τι συνέβη στον άνθρωπο που χρωστά.
Εάν το τραπεζικό σύστημα ‘καθαρίζει’ τους ισολογισμούς του, οι μέτοχοι προστατεύουν την αξία των επενδύσεών τους, αλλά ο δανειολήπτης παραμένει επί δεκαετίες εγκλωβισμένος σε μια αυξανόμενη οφειλή, τότε υπάρχει ασυμμετρία στο αποτέλεσμα της πολιτικής.
Η πραγματική λύση είναι να επιτυγχάνονται και τα δύο, ισχυρές τράπεζες και βιώσιμοι δανειολήπτες.
Οι ρυθμίσεις Step-Up εμφανίζονται συχνότερα στα στεγαστικά δάνεια για έναν βασικό λόγο ,είναι δάνεια με μεγάλη διάρκεια και εξασφάλιση πάνω σε ακίνητο, αυτό δημιουργεί ιδιαίτερη ευελιξία στον σχεδιασμό της ρύθμισης αφού στην εμπράγματη εξασφάλιση ο πιστωτής έχει ως ασφάλεια το ακίνητο κάτι που κάνει διαφορετική την οικονομική σχέση από ένα καταναλωτικό ή πιστωτική κάρτα.
Το στεγαστικό είναι ταυτόχρονα χρέος και περιουσιακό στοιχείο αφού πίσω από την απαίτηση υπάρχει ένα ακίνητο, γι’ αυτό μια ρύθμιση μπορεί να φαίνεται πολύ ‘φιλική’ επειδή μειώνει τη σημερινή δόση όμως στην πραγματικότητα δημιουργεί ένα πολύ μακρύ χρέος που τελικά διατηρεί τον δανειολήπτη δεμένο με την οφειλή και το ακίνητο.
Συμπερασματικά, οι ρυθμίσεις οφειλών αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσκολιών, όταν όμως σχεδιάζονται ή εφαρμόζονται με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες των οφειλετών, κινδυνεύουν να μετατραπούν από λύση σε νέο πρόβλημα.
Η υπερβολική επιβάρυνση, οι μη ρεαλιστικές δόσεις και η έλλειψη ουσιαστικής αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης μπορούν να οδηγήσουν σε αδυναμία τήρησης της ρύθμισης και τελικά σε έναν φαύλο κύκλο χρέους.
Απαιτείται, επομένως, ένα πιο δίκαιο και αποτελεσματικό πλαίσιο ρυθμίσεων, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες κάθε οφειλέτη και θα προσφέρει βιώσιμες λύσεις σε βάθος χρόνου. Μόνο μέσα από ρεαλιστικές ρυθμίσεις, διαφάνεια και ουσιαστική προστασία των οικονομικά ευάλωτων μπορεί η ρύθμιση των οφειλών να επιτελέσει τον πραγματικό της σκοπό, να δίνει μια δεύτερη ευκαιρία και όχι να διαιωνίζει το πρόβλημα.
Οι ρυθμίσεις οφειλών δεν αποτελούν απλώς έναν αριθμητικό υπολογισμό δόσεων, πίσω από κάθε ρύθμιση υπάρχει ένας πολίτης, ένα νοικοκυριό ή μια επιχείρηση που προσπαθεί να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις οι οποίες πολλές φορές, ξεπερνούν τις πραγματικές οικονομικές του δυνατότητες.
Όταν μια ρύθμιση δεν είναι βιώσιμη, η αποτυχία της δεν είναι απλώς πιθανή είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να δημιουργούνται ρυθμίσεις μόνο για να εμφανίζονται ως λύσεις, αλλά να προσφέρονται πραγματικές και εφαρμόσιμες διεξόδους από την υπερχρέωση.
Η οικονομική πίεση δεν αντιμετωπίζεται με περισσότερες υποχρεώσεις και δόσεις που ο οφειλέτης αδυνατεί να καταβάλει. Απαιτούνται ρεαλιστικοί όροι, διαφάνεια και ουσιαστική αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης κάθε περίπτωσης.
Μια ρύθμιση έχει αξία μόνο όταν μπορεί να τηρηθεί, διαφορετικά, αντί να αποτελεί μια δεύτερη ευκαιρία, μετατρέπεται σε έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα της υπερχρέωσης.
ΛΕΚΚΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ
e-mail: salekkas@gmail.com
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της..

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου