ΜΙΧΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
Η εμφάνιση της “Κίνησης των 91” το προηγούμενο καλοκαίρι δεν ήταν ένα τυχαίο πολιτικό γεγονός. Αποτέλεσε την έκφραση μιας πραγματικής ανησυχίας για την πορεία της χώρας.
Οι άνθρωποι που υπέγραψαν τη διακήρυξη δεν ξεκίνησαν από κάποια προσωπική φιλοδοξία. Ξεκίνησαν από τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις στα εθνικά θέματα, στη δημογραφική της πορεία, στην παραγωγική της βάση και στη θέση της μέσα στο διεθνές περιβάλλον.
Υπό αυτή την έννοια, η πρωτοβουλία τους ήταν φιλότιμη και ειλικρινής. Διέγνωσαν ότι κάτι δεν πάει καλά. Ότι η χώρα βαδίζει χωρίς στρατηγικό προσανατολισμό και χωρίς όραμα. Όμως, παρά την ορθότητα της αφετηρίας, η ανάλυση παραμένει ελλιπής, διότι εστιάζει κυρίως στα συμπτώματα και όχι στην αιτία. Το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρωτίστως τα πρόσωπα που κυβερνούν. Είναι ότι η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατάσταση περιορισμένης κυριαρχίας.
Η χρεοκοπία, τα μνημόνια και η μεταφορά κρίσιμων οικονομικών αποφάσεων εκτός του εθνικού κέντρου λήψεως αποφάσεων δημιούργησαν ένα καθεστώς εξάρτησης το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό ενεργό. Όσο αυτό δεν αλλάζει, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά η ουσία παραμένει ίδια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται συνεχώς το όνομα του Αντώνη Σαμαρά. Και όχι άδικα. Ο Σαμαράς έχει αποδείξει πολλές φορές στην πολιτική του διαδρομή ότι μπορεί να συγκρουστεί με πανίσχυρους αντιπάλους.
Το 2009 κατόρθωσε να κερδίσει την αρχηγία της ΝΔ απέναντι στην Ντόρα Μπακογιάννη, ενώ εκείνη θεωρείτο το αδιαφιλονίκητο φαβορί. Η νίκη εκείνη δεν ήταν μόνο προσωπική. Ήταν και μια πολιτική δήλωση. Έδειξε ότι η βάση της ΝΔ παρέμενε τότε βαθιά πατριωτική, λαϊκή και δεξιά, πολύ διαφορετική από την εικόνα που προέβαλαν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Ο Σαμαράς είχε ήδη συγκρουστεί με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη τη δεκαετία του 1990. Αργότερα νίκησε πολιτικά την Ντόρα Μπακογιάννη. Και σήμερα αποτελεί τον σημαντικότερο εσωτερικό επικριτή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ελάχιστοι πολιτικοί μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν βρεθεί απέναντι στην ίδια πολιτική οικογένεια επί τρεις διαφορετικές δεκαετίες.
Χαμένη ευκαιρία & πολιτική ειρωνεία
Το άλλο είναι πολύ πιο δύσκολο. Διότι άλλο πράγμα είναι η σύγκρουση με την οικογένεια Μητσοτάκη και άλλο η σύγκρουση με το σύστημα εξάρτησης που διαμορφώθηκε μετά τη χρεοκοπία. Εκεί κρίνεται η ιστορική βαρύτητα ενός πολιτικού ηγέτη. Ο Αντώνης Σαμαράς έλαβε τη μεγάλη ευκαιρία της πολιτικής του ζωής το 2012. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της μεταπολίτευσης. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με το πραγματικό κέντρο βάρους της κρίσης∙ τους δανειστές, τους πιστωτές και το πλαίσιο των μνημονίων.
Τελικά επέλεξε τον συμβιβασμό. Οι υποστηρικτές του υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Οι επικριτές του απαντούν ότι εκεί ακριβώς χάθηκε η ιστορική ευκαιρία για μια διαφορετική πορεία. Όποια ερμηνεία κι αν υιοθετήσει κανείς, το γεγονός παραμένει ότι η Ελλάδα δεν ανέκτησε τότε την κυριαρχία της και η βασική αρχιτεκτονική της εξάρτησης παρέμεινε ανέπαφη. Από αυτή την αδυναμία γεννήθηκαν οι επόμενες εξελίξεις.
Η απογοήτευση μεγάλου μέρους της κοινωνίας έφερε τον Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία. Και όταν η δική του διακυβέρνηση κατέληξε σε έναν ακόμη μεγαλύτερο συμβιβασμό, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την άνοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πολιτική ειρωνεία της εποχής μας. Πολλοί νεοδημοκράτες δεν εκφράζονται ουσιαστικά από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι ιδεολογικές και πολιτικές τους αναφορές βρίσκονται αλλού. Παρ’ όλα αυτά, τον στηρίζουν και συσπειρώνονται γύρω του, διότι δεν βλέπουν μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας μέσα στον ίδιο πολιτικό χώρο.
Η σημερινή εικόνα θυμίζει περισσότερο αναγκαστική συσπείρωση παρά γνήσια πολιτική ταύτιση. Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τον Σαμαρά παραμένει ανοικτή. Πολλοί περιμένουν ακόμη μια νέα πολιτική πρωτοβουλία. Πολλοί θεωρούν ότι μόνο εκείνος διαθέτει το πολιτικό βάρος για να αμφισβητήσει πραγματικά την κυριαρχία του σημερινού πρωθυπουργού. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η πολιτική του διαδρομή δείχνει ότι έχει τη δυνατότητα να συγκρουστεί μαζί του. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο
Ο μεγάλος αντίπαλος
Μπορεί να συγκρουστεί με το καθεστώς οικονομικής εξάρτησης που διαμορφώθηκε μετά τη χρεοκοπία; Μπορεί να προτείνει μια διαφορετική στρατηγική εθνικής κυριαρχίας; Μπορεί να κάνει απέναντι στους πιστωτές όσα έκανε απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους του; Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η συζήτηση για νέα κόμματα, νέες κινήσεις και νέες πολιτικές πρωτοβουλίες θα παραμένει ελλιπής. Διότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρωτίστως ποιος κυβερνά. Είναι ποιος αποφασίζει
Ο Σαμαράς έχει αποδείξει ότι μπορεί να συγκρουστεί με τους Μητσοτάκηδες. Συγκρούστηκε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Νίκησε τη Μπακογιάννη όταν όλοι τη θεωρούσαν βέβαιη αρχηγό της ΝΔ. Σήμερα ασκεί κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όμως το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι η οικογένεια Μητσοτάκη. Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι παραμένει δεμένη στο άρμα των δανειστών της και αδυνατεί να ασκήσει πραγματικά ανεξάρτητη πολιτική. Εκεί δοκιμάστηκε ο Σαμαράς. Όχι απέναντι στους Μητσοτάκηδες, αλλά απέναντι στους πιστωτές της χώρας. Και εκεί απέτυχε.
Η πρωθυπουργία του δεν ανέτρεψε το καθεστώς εξάρτησης. Αντίθετα, το διαχειρίστηκε και το συνέχισε. Από εκεί ξεκινά και η πολιτική μετάλλαξη της ΝΔ που ολοκληρώθηκε τα επόμενα χρόνια και άνοιξε τον δρόμο για την κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γι’ αυτό όσοι περιμένουν σήμερα μια νέα πολιτική πρωτοβουλία από τον Σαμαρά οφείλουν να απαντήσουν σε ένα απλό ερώτημα: Αφού δεν μπόρεσε τότε, όταν ήταν πρωθυπουργός, γιατί να μπορέσει σήμερα;
https://slpress.gr/politiki/o-samaras-kai-to-anapantito-erotima/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου