Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Οι εκθέσεις του ΔΝΤ για την Ελλάδα... Oι επιστολές Τσακαλώτου και Στουρνάρα...!!!

Στο φως της δημοσιότητας έρχεται η Έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα καθώς και οι επιστολές Τσακαλώτου - Στουρνάρα προς το...
ΔΝΤ


Στην Έκθεση του ΔΝΤ αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:

Στις 6 Φεβρουαρίου 2017, το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) ολοκλήρωσε τη διαβούλευση βάσει του Άρθρου IV με την Ελλάδα. Το Διοικητικό Συμβούλιο εξέτασε επίσης την Εκ των Υστέρων Αξιολόγηση της Έκτακτης Πρόσβασης βάσει της Διευρυμένης Συμφωνίας του 2012 του Διευρυμένου Πιστωτικού Μηχανισμού με την Ελλάδα


Ιστορικό 

Η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση των μακροοικονομικών της ανισορροπιών από την έναρξη της κρίσης. Όμως, η δημοσιονομική εξυγίανση και η εσωτερική υποτίμηση είχαν υψηλό κοινωνικό κόστος που αντικατοπτρίζεται στα μειούμενα εισοδήματα και στην εξαιρετικά υψηλή ανεργία. Το μεγάλο κόστος της προσαρμογής και η σημαντική πολιτική αστάθεια που ακολούθησε συνεισέφεραν στις καθυστερήσεις στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων από την τελευταία Διαβούλευση βάσει του Άρθρου IV, και αποκορυφώθηκαν με την κρίση εμπιστοσύνης στα μέσα του 2015.
Από τότε, η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί καθώς οι αρχές ξεκίνησαν ένα νέο πρόγραμμα προσαρμογής πολιτικής που υποστηρίζεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Το νέο πρόγραμμα έχει σαν στόχο την ενίσχυση των οικονομικών των δημοσίου, την αποκατάσταση της υγείας του τραπεζικού τομέα, και την προώθηση της δυνητικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές έχουν θεσμοθετήσει μια σειρά από δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και μεταρρυθμίσεις στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Σαν αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων μεταρρυθμίσεων και της επίσημης χρηματοδότησης από τους Ευρωπαίους εταίρους της, η Ελλάδα επέστρεψε σε μια μέτρια αύξηση το 2016. Η ανάπτυξη προβλέπεται να επιταχυνθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια με την προϋπόθεση της πλήρους και έγκαιρης υλοποίησης του προγράμματος προσαρμογής των αρχών, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας άρσης των κεφαλαιακών ελέγχων που θεσμοθετήθηκαν στα μέσα του 2015. Με βάση το υφιστάμενο πρόγραμμα προσαρμογής της Ελλάδας, η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη αναμένεται να φτάσει μόλις κάτω του 1 τοις εκατό, ενώ το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα προβλέπεται να φτάσει περίπου στο 1½ τοις εκατό του ΑΕΠ. Οι κίνδυνοι αρνητικής εξέλιξης στις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προοπτικές παραμένουν σημαντικοί και σχετίζονται με την ατελή ή την καθυστερημένη υλοποίηση πολιτικών. Το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 179 τοις εκατό στα τέλη του 2015 και δεν είναι βιώσιμο.

Αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου

Οι περισσότεροι Εκτελεστικοί Διευθυντές συμφώνησαν με την κατεύθυνση της εκτίμησης του τεχνικού προσωπικού, ενώ ορισμένοι Διευθυντές είχαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη δημοσιονομική πορεία και τη βιωσιμότητα του χρέους. Οι Διευθυντές επαίνεσαν τις Ελληνικές αρχές για τη σημαντική οικονομική προσαρμογή και το κλείσιμο των ανισορροπιών από το 2010, που υποστηρίχθηκαν από σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Οι Διευθυντές αναγνώρισαν ότι η προσαρμογή είχε βαρύ τίμημα για την κοινωνία, το οποίο μαζί με τα υψηλά ποσοστά φτώχειας και ανεργίας έχει συμβάλει σε καθυστερήσεις στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Οι Διευθυντές προέτρεψαν τις αρχές να επιταχύνουν την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων για διασφαλιστεί η επιστροφή στην υψηλότερη ανάπτυξη χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς και στη βιωσιμότητα του χρέους . Λόγω των κινδύνων αρνητικής εξέλιξης που υπάρχουν ακόμη για την ανάπτυξη, οι Διευθυντές τόνισαν ότι οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση των οικονομικών του δημοσίου, των ισολογισμών, και στην εξάλειψη των εμποδίων στην ανάπτυξη.

Οι περισσότεροι Διευθυντές συμφώνησαν ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται επί του παρόντος περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση δοθείσης της εντυπωσιακής προσαρμογής μέχρι σήμερα, η οποία αναμένεται να φέρει το μεσοπρόθεσμο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου στο 1½ τοις εκατό του ΑΕΠ, ενώ ορισμένοι Διευθυντές τάχθηκαν υπέρ ενός πλεονάσματος στο ύψος του 3½ τοις εκατό του ΑΕΠ μέχρι το 2018. Παρ’ όλα αυτά, ο Διευθυντές έκαναν κλήση για δημοσιονομική πολιτική επανεξισορρόπησης με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης στη φορολογία του ατομικού εισοδήματος και τον εξορθολογισμό των συνταξιοδοτικών δαπανών, ώστε να δημιουργηθεί περιθώριο για στοχευμένη κοινωνική αρωγή σε ευπαθείς ομάδες και για χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές. Ενώ ορισμένοι Διευθυντές τάχθηκαν υπέρ μιας δημοσιονομικά ουδέτερης επανεξισορρόπησης, μερικοί Διευθυντές θεώρησαν ότι οι μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να θεμελιώσουν προσωρινά υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, εφόσον υλοποιηθούν όταν κλείσει το παραγωγικό κενό, για να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις στην ανάκαμψη.

Οι Διευθυντές έκαναν κλήση για ανανεωμένες προσπάθειες στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην αντιμετώπιση του υψηλού επιπέδου των φορολογικών οφειλών. Ενθάρρυναν τις αρχές να ενισχύσουν τη φορολογική διοίκηση, να επικεντρώσουν τις ελεγκτικές προσπάθειες στους φορολογούμενους υψηλού εισοδήματος, και να ενισχύσουν την εφαρμογή του πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι Διευθυντές έκαναν κλήση για μια περιεκτική αναδιάρθρωση των φορολογικών οφειλών βιώσιμων φορολογουμένων, βασισμένη στις δυνατότητες πληρωμής, και χαιρέτισαν τα σχέδια για την υλοποίηση μιας ανεξάρτητης φορολογικής αρχής. 

Οι Διευθυντές τόνισαν την ανάγκη για την αποφασιστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ώστε να ενισχυθεί η επάνοδος της πιστωτικής ανάπτυξης. Ενθάρρυναν τις αρχές να ενισχύσουν το νομικό πλαίσιο για την αναδιάρθρωση των οφειλών, συμπεριλαμβανομένων των εξωδικαστικών λύσεων, και να κάνουν πλήρη χρήση του εποπτικού πλαισίου για να παράσχουν κίνητρα στις τράπεζες ώστε να θέσουν φιλόδοξους στόχους και να χαράξουν στρατηγικές για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι Διευθυντές σημείωσαν ότι η εξασφάλιση επαρκών κεφαλαίων και η ολοκλήρωση της συνεχιζόμενης μεταρρύθμισης στη διακυβέρνηση είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των τραπεζών. 

Οι Διευθυντές υποστήριξαν την άρση των συναλλαγματικών περιορισμών όταν καταστεί πρακτικά ταχύτερο στη βάση ενός οδικού χάρτη με προαπαιτούμενα, με τη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας μέσω της εξασφάλισης επαρκούς ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα. Οι Διευθυντές ενθάρρυναν τις αρχές να επιταχύνουν την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Αν και αναγνώρισαν ότι το βάρος της προσαρμογής βάρυνε δυσανάλογα τους μισθωτούς, οι Διευθυντές έδωσαν έμφαση στην ανάγκη να διατηρηθούν και να μην αντιστραφούν οι υπάρχουσες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και να συμπληρωθούν με πρόσθετες προσπάθειες για την εναρμόνιση των πλαισίων για τις συλλογικές απολύσεις και τις βιομηχανικές δράσεις με τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, να ανοίξουν τα υπόλοιπα κλειστά επαγγέλματα, να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα, και να διευκολυνθούν οι επενδύσεις και οι ιδιωτικοποιήσεις. 

Οι Διευθυντές υπογράμμισαν την ανάγκη να διατηρηθεί και να εξασφαλιστεί η ακεραιότητα των στατιστικών στοιχείων και συστημάτων. Οι περισσότεροι Διευθυντές θεώρησαν ότι, παρά τις τεράστιες θυσίες της Ελλάδας και τη γενναιόδωρη υποστήριξη των Ευρωπαίων εταίρων, μπορεί μάλλον να απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους. Τόνισαν την ανάγκη για τη διακρίβωση μιας τέτοιας ελάφρυνσης η οποία θα βασίζεται σε ρεαλιστικές παραδοχές σχετικά με τη δυνατότητα της Ελλάδας να δημιουργήσει βιώσιμα πλεονάσματα και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Ωστόσο, οι Διευθυντές υπογράμμισαν ότι η ελάφρυνση του χρέους πρέπει να συμπληρωθεί με ισχυρή υλοποίηση πολιτικών για την αποκατάσταση της ανάπτυξης και της βιωσιμότητας. 

Αναμένεται ότι η επόμενη διαβούλευση βάσει του Άρθρου IV με την Ελλάδα θα πραγματοποιηθεί στον τυπικό κύκλο των 12 μηνών. Οι Διευθυντές χαιρέτισαν την εκ των υστέρων αξιολόγηση της διευρυμένης συμφωνίας του 2012-2016. Συμφώνησαν ευρέως ότι η αξιολόγηση παρέχει μια χρήσιμη βάση για την εξέταση της αξιοποίησης των διδαγμάτων από τη συμφωνία. Οι Διευθυντές έδωσαν έμφαση στο πόσο σημαντική είναι η ανάπτυξη ρεαλιστικών προβλέψεων και στόχων, η εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης και ελάφρυνσης χρέους, η ανάληψη δημοσιονομικής προσαρμογής με μέτρα υψηλής ποιότητας σε ρυθμούς που συμβαδίζουν με τις δυνατότητες υλοποίησης της χώρας, και η υιοθέτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με καλή αλληλουχία οι οποίες βασίζονται σε ισχυρή κυριότητα και φειδωλή αιρεσιμότητα. Οι Διευθυντές ανέφεραν ότι προσβλέπουν στις συζητήσεις για το επιχειρησιακό πλαίσιο της συνεργασίας του Ταμείου με νομισματικές ενώσεις.

Επιστολή Στουρνάρα

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας εκφράζει με έντονο τρόπο τη διαφωνία του επί συγκεκριμένων αναφορών και εκτιμήσεων της έκθεσης του άρθρου 4 του ΔΝΤ. Η δήλωσή του αποτελεί παράρτημα της έκθεσης για την Ελλάδα.

Ο κ. Στουρνάρας δηλώνει πως η κεντρική τράπεζα διαφωνεί με ορισμένες από τις διαπιστώσεις του ΔΝΤ σχετικά με τις συνιστώσες της συνολικής ζήτησης, όπως οι εξαγωγές, καθώς και συνιστώσες της προσφοράς, όπως η μετατόπιση των πόρων από μη εμπορεύματικους σε εμπορευματικούς τομείς. Επιπλέον, όπως σημειώνει, η έκθεση υποβαθμίζει την πρόοδο στον οικονομικό τομέα και είναι υπερβολικά απαισιόδοξη σχετικά με τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβολές, καθώς και σχετικά με τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω ανάγκης των τραπεζών για ανακεφαλαιοποίηση. “Δεδομένου ότι τη πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης είναι πιθανό να φθάσει το 2% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 0,5% του ΑΕΠ, οι δημοσιονομικές προβλέψεις του Ταμείου εγείρουν πολλά ερωτήματα”, αναφέρει ο κ. Στουρνάρας στη δήλωση που δόθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του Ταμείου. 

Ομοίως, παρά το καλύτερο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα του ΑΕΠ το 2016, το οποίο αναγνωρίζεται στην έκθεση, υπάρχει μια ανεξήγητη μείωση 0,25% στην μακροπρόθεσμη πρόβλεψη για την ανάπτυξη σε σχέση με την προηγούμενη έκθεση του άρθρου 4 (2013). Σε γενικές γραμμές, δεν είναι σαφές γιατί η μακροπρόθεσμη αύξηση της ΣΠΣ στην Ελλάδα υστερεί σε σχέση με την υπόλοιπη ζώνη του ευρώ, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα πολλή ανάποδα προκύπτουν από περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να πιάσει τις ευκαιρίες. Σε ό, τι αφορά τις τράπεζες, το Ταμείο θεωρεί ότι θα χρειαστεί ένα επιπλέον 10 δις ευρώ κεφαλαίων χωρίς να εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με την εκτίμηση των εποπτικών αρχών (ΕΚΤ, SSM, Τράπεζα της Ελλάδας), η σημερινή αναλογία CET1 είναι 18%. Επιπλέον, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδα η επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων γις τα μη εξυπηρετούμενα δανεία θα αυξήσει περαιτέρω το ποσοστό CET1 σημαντικά. 

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι μακροχρόνιες προβλέψεις του Ταμείου φαίνεται να έχουν ενσωματώσει μόνο κινδύνους αντί να είναι ένα βασικό σενάριο. Για την εκ των υστέρων αξιολόγηση του προγράμματος του 2012 ο κ. Στουρνάρας αναφέρει πως η έκθεση αυτή περιέχει πολύ χρήσιμες πληροφορίες για την περίοδο που εξετάζει όσον αφορά στις οικονομικές, δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις. Επίσης, περιέχει χρήσιμα συμπεράσματα και διδάγματα για το μέλλον, όπως η ανάγκη για λιγότερο σοβαρούς περιορισμους στη χρηματοδότηση, εκ των προτέρων ελάφρυνσης του χρέους, ισχυρότερη κυριότητα του προγράμματος από τις αρχές, την καλύτερη συνεργασία και συντονισμό μεταξύ των θεσμών, ένα μικρότερο αριθμό προαπαιτούμενων κατά την αναθεώρηση του προγράμματος κ.λπ. Ωστόσο, στην παρούσα μορφή της η έκθεση χάνει την ευκαιρία να είναι δίκαιη με την ιστορία, δεδομένου ότι επικρίνει όλους τους άλλους εκτός από το ΔΝΤ. 

Σε ό, τι αφορά αυτό το σημείο, ως υπουργός Οικονομικών μεταξύ του Ιουλίου του 2012 και Ιουνίου 2014, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (Α) το ΔΝΤ πίεσε για όλο και περισσότερες παραμετρική (λιτότητας) μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής αγνοώντας ακόμα και τη δική του έρευνα σχετικά με το μέγεθος των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών και την αύξηση των φορολογικών εσόδων, με αποτέλεσμα να υποτιμάται συστηματικά η πρόοδος όσον αφορά στη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης, (Β) το ΔΝΤ είναι εν μέρει υπεύθυνο για τις καθυστερήσεις στο κλείσιμο της αξιολογησης του 2013 , δεδομένου ότι ήταν αδικαιολόγητες (με δεδομένη την τελική έκβαση) ζητώντας πρόσθετα παραμετρικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, ακόμη και όταν ήταν περισσότερο από σαφές ότι το 2013 η δημοσιονομικές εξελίξεις οδηγούσαν προς ένα μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα καθ’ υπεραπόδοση, 

(Γ) το ΔΝΤ επέμεινε στην πρόσθετη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών αγνοώντας τις απόψεις των αρχών, της Τράπεζας της Ελλάδα και την ΕΚΤ, και αποδείχθηκε ότι κατάφωρα υπερεκτίμησε τις κεφαλαιακές ανάγκες και υποτίμησε τον αντίκτυπο στην οικονομία. (Δ) το ΔΝΤ υποβάθμισε σταθερά την πρόοδο στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αγνοώντας, μεταξύ άλλων, τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, οι επανειλημμένες αναφορές ότι οι αρχές προτίμησαν μια εξαρχής-εμπροστοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή δεν είναι σωστές (στην πραγματικότητα ειναι παραπλανητικές ). Το ΔΝΤ κατ ‘επανάληψη αγνόησε το κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές πλεόνασμα (ή έλλειμμα) ως σχετικό δημοσιονομικό στόχο, μη λαμβάνοντας υπόψη το δικό σου Απολογισμό Δημοσιονομικής Παρακολούθησης. Ως εκ τούτου, αντί να αναφέρεται παραπλανητικά στις προτιμήσεις των αρχών, θα ήταν πολύ πιο ακριβές να πούμε ότι οι περιορισμοί στη χρηματοδότηση (και η έλλειψη εκ των προτέρων της ελάφρυνσης του χρέους) καθορίσαν τους δημοσιονομικούς στόχους .

Επιστολή Τσακαλώτου
«Παρά τις ενδείξεις και την ανάλυση που παρουσιάσθηκε, παρατηρούμε ότι η έκθεση δεν είναι δίκαιη σε αρκετούς τομείς, ενώ πολλά από τα συμπεράσματά της δεν είναι συνεπή με τα πρόσφατα και καλά τεκμηριωμένα εμπειρικά στοιχεία», σημειώνει στην επιστολή του ο κ. Τσακαλώτος. «Πρώτον», προσθέτει, «η έκθεση παρουσιάζει μία συνολική εικόνα της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας (της Ελλάδας) που δεν είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικής προσπάθειας που καταβλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του προγράμματος του ESM (Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας). Η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων επιταχύνθηκε σημαντικά, ιδιαίτερα των μεταρρυθμίσεων σε βάθος, όπως η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων σε ένα ενιαίο ταμείο, η συνολική συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, η δημιουργία ανεξάρτητης φορολογικής Αρχής, πολλές μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων (περιλαμβανομένης της σημαντικής προόδου στην εισαγωγή των συστάσεων του ΟΟΣΑ) και ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, η έκθεση αναφέρει μία επιβράδυνση της δυναμικής των μεταρρυθμίσεων, η οποία δεν προκύπτει από όσα έχουν ήδη γίνει στη δημοσιονομική πολιτική, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και σε πολλούς τομείς διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».

Ο υπουργός Οικονομικών σημειώνει ότι επακόλουθο «της παραπλανητικής παρουσίασης της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» είναι ότι δεν λαμβάνονται υπόψη κατάλληλά τα αποτελέσματα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην Ανάλυση για τη Βιωσιμότητα του Χρέους (DSA). «Η αυξημένη προσπάθεια θα έπρεπε, κατ’ αρχήν, να οδηγήσει στην αύξηση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης στο μέλλον». Ωστόσο, προσθέτει, ο μακροχρόνιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης μειώθηκε από το ΔΝΤ στην ανάλυση για το χρέος στο 1% από 1,25% τον Μάιο του 2016 και είναι η δεύτερη συνεχόμενη μείωση των προβλέψεων για την ανάπτυξη.

Όσον αφορά στις δημοσιονομικές εξελίξεις, ο κ. Τσακαλώτος τονίζει ότι «η δημοσιονομική επίδοση του 2015 και το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2015 είναι σημαντικά καλύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις». Το ΔΝΤ είχε προβλέψει αρχικά ένα πρωτογενές έλλειμμα -0,5% του ΑΕΠ το 2016 που θα μετατρεπόταν σε πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ το 2018 με τα τρέχοντα νομοθετημένα μέτρα. «Οι αρχικές ενδείξεις δείχνουν ότι, αντίθετα, το δημοσιονομικό πλεόνασμα για το 2016 θα είναι στην περιοχή του 2% του ΑΕΠ», σημειώνει ο υπουργός, προσθέτοντας: « Παρά τη σημαντική δημοσιονομική υπεραπόδοση, η ανάλυση (του ΔΝΤ) δεν προχωρά σε μία σημαντική αναθεώρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων για το 2018 και μετά, παραμένοντας στο προβλεφθέν επίπεδο του 1,5%, παρά τα συντριπτικά στοιχεία για το αντίθετο».

Πέραν της ανάγκης δημοσιονομικών αναθεωρήσεων, το σημαντικό δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2016 αμφισβητεί τρία σημαντικά επιχειρήματα της έκθεσης, συνεχίζει στην επιστολή του ο κ. Τσακαλώτος. «Πιο σημαντικό είναι ότι το επιχείρημα πως η Ελλάδα δεν μπορεί να διατηρήσει υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα, πάνω από 1,5% του ΑΕΠ, έρχεται σε αντίθεση με τις πρόσφατες εξελίξεις.

Όσον αφορά στην αναφορά που γίνεται στην έκθεση για την ανάγκη ενός φιλικού προς την ανάπτυξη μείγματος πολιτικής, ο υπουργός αναφέρει ότι «παρουσιάζονται ανεπαρκή ή παραπλανητικά στοιχεία σχετικά με την επίδραση του σημερινού μείγματος πολιτικής και τα αποτελέσματα του προτεινόμενου νέου μείγματος». «Αν και συμφωνούμε ότι η φορολογική βάση πρέπει να διευρυνθεί, αυτό θα πρέπει να γίνει με την αύξηση της φορολογικής συμμόρφωσης και όχι με τη μείωση του αφορολόγητου», αναφέρει ο υπουργός...

Δείτε τα δύο κείμενα της Έκθεσης του ΔΝΤ
Έκθεση ΔΝΤ (α)  

Έκθεση ΔΝΤ (β)

Πηγή: mignatiou.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου