Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Στην δίνη της αβέβαιης δεύτερης αξιολόγησης η κυβέρνηση…!!!



Γράφει ο Γιάννης Σπ. Παργινός
         
Οι γιορτές με τα ρεβεγιόν, τις ευχές και την όποια χαλάρωση πέρασαν στην ιστορία.  

Η χώρα και η κοινωνία, κοιτάζουν με αγωνία και δέος την νέα χρονιά, καθώς με την εμπειρία 6 ολόκληρων χρόνων μνημονίων και σκληρής λιτότητας, φοβούνται μια νέα περιπέτεια με τρανταχτές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. 
Η εξάχρονη μνημονιακή εμπειρία πείθει πως στα οικονομικά τον πρώτο λόγο έχουν οι δανειστές και στα πολιτικά η κυβέρνηση.
Πάνω σ αυτόν τον καμβά πολλοί κρίνουν πως η νέα χρονιά μπορεί να φέρει ραγδαίες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις κι επ αυτών εξυφαίνονται πλείστα όσα πολιτικά σενάρια, μηδέ των πρόωρων εκλογών αποκλειομένων…
          
Η κυβέρνηση παντοιοτρόπως και καταφανώς διαψεύδει το σενάριο της πρόωρης προσφυγής στην λαϊκή ετυμηγορία . Ωστόσο, αν η κυβέρνηση βρεθεί αντιμέτωπη με την επίσημη χρεοκοπία…, σε περίπτωση που η Β΄ αξιολόγηση αναβληθεί για μια εισέτι φορά στο Eurogroup 26ης Ιανουαρίου…., Πως θα αντιδράσει…;;; Το ερώτημα είναι καίριο και καθοριστικής σημασίας για τις από εκεί και πέρα πολιτικές εξελίξεις. Οι κρίσιμες ημερομηνίες, οι οποίες θα καθορίσουν εν πολλοίς τις αποφάσεις του Μεγάρου Μαξίμου είναι οι συνεδριάσεις :
-         Euro Working Group – 12 Ιανουαρίου
-         Eurogroup 26 Ιανουαρίου
-         Συνεδρίαση Δ.Σ των προέδρων της ΕΚΤ, της 9 Μαρτίου, το οποίο θα αποφασίσει την ένταξη ή μη της Ελλάδας στην Ποσοτική Χαλάρωση, (QE).
       
Οι ανωτέρω τρεις συνεδριάσεις, συνδέονται μεταξύ τους καθώς η απόφαση της μιας εξαρτάται από την απόφαση της προηγούμενης. Με απλά λόγια, η ποσοτική χαλάρωση για την Ελλάδα της 9ης Μαρτίου, θα εξαρτηθεί από την απόφαση του Eurogroup της 26ης  Ιανουαρίου και η οποία με την σειρά της θα εξαρτηθεί από την απόφαση του Euro Working Group της 12ης  Ιανουαρίου. 

                               Οι κάλπες στην Ευρώπη
       
 Εν αναμονή των ανωτέρω τριών συνεδριάσεων, η Ελλάδα αναμφίβολα και σαφέστατα δείχνει την αγωνία της να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, - η οποία ειρήσθω εν παρόδω, θα έπρεπε να είχε κλείσει από τον περασμένο Νοέμβριο - , ενώ από την δική τους μεριά οι δανειστές θα ήθελαν μια ακόμα αναβολή για τους δικούς τους πολιτικούς κυρίως λόγους…  Με τον νέο χρόνο κανείς δεν δείχνει να βιάζεται, τουλάχιστον από τους Ευρωπαίους, για να κλείσει η πολύπαθη δεύτερη αξιολόγηση. Οι εκλογικές αναμετρήσεις σε μια σειρά από χώρες, - με πρώτη την Ολλανδία, τον Μάρτιο και να ακολουθούν Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία - , «δεν επιτρέπουν υποχωρήσεις και «παροχές» προς τους Έλληνες»…, όπως ειλικρινώς κρίνει κι εκμυστηρεύεται κορυφαίος παράγοντας του οικονομικού επιτελείου.  
        
Είναι κοινός πολιτικός τόπος πως η όποια καθυστέρηση της αναμενόμενης αξιολόγησης ελαχιστοποιεί στο έπακρον τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών του Μεγάρου Μαξίμου. Η Ελλάδα θα κληθεί να καταβάλει στους δανειστές, από τον Απρίλιο μέχρι και τον Ιούλιο, περίπου 6,5 δισ. ευρώ.
       
Τούτων, όλων δοθέντων, αν δεν ενταχθούν στην ποσοτική χαλάρωση τα ομόλογα των ελληνικών τραπεζών, προκειμένου να υπάρξει φτηνός δανεισμός, τότε δεν θα υλοποιηθεί και η πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,6% έως 2,75% το 2017. Και αν δεν υπάρξει αυτή η ανάπτυξη, δεν θα επιτευχθεί και ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% το 2017 –και άρα τον Απρίλιο του 2018, μαζί με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, θα πρέπει να ενεργοποιηθεί και ο πολιτικά απεχθής για την όποια κυβέρνηση «δημοσιονομικός κόφτης».

                             Φαύλος κύκλος επώδυνων μέτρων
       
Μέσα σ αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσει τους ευρωπαίους εταίρους με πολιτικά επιχειρήματα ότι πρέπει να κλείσει η αξιολόγηση, να ενταχθεί η Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και να ανακοινωθούν «μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος», ανεξάρτητα από το πότε θα εφαρμοστούν, έστω κι  η συμφωνία, του Ιουλίου του 2015, προβλέπει για μετά το τέλος του προγράμματος, δηλαδή τον Αύγουστο του 2018.       
         
Πέραν, όμως, των όποιων αισιόδοξων εκτιμήσεων της κυβέρνησης, υπάρχουν κι επιπλέον αρνητικές εκτιμήσεις για την πρόοδο του ελληνικού προγράμματος. Ο Μπενουά Κερέ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε δηλώσεις του στη γερμανική οικονομική εφημερίδα Börsen-Zeitung, τόνισε: «Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος είναι ευπρόσδεκτα, αλλά θέλω να είμαι σαφής: δεν είναι αρκετά για να εξαλείψουν τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας, εκτός και αν γίνουν ισχυρές παραδοχές για πρωτογενή πλεονάσματα της Ελλάδας μετά το 2018. Θα χρειαστούν επίσης μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος». Με απλά λόγια: Τα βραχυπρόθεσμα δεν αρκούν για να μπει η Ελλάδα στην Ποσοτική Χαλάρωση. Άρα χρειάζονται και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μετά το τέλος του προγράμματος, – ό, τι υποστηρίζει και ο Σόιμπλε– , και μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Δηλαδή και 3,5% πρωτογενή πλεονάσματα για χρόνια, - που σημαίνει, βέβαια, δημοσιονομικά μέτρα από το 2019 και μετά - , και να ανακοινωθούν τώρα τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.
       
Πέραν όλων τούτων, η τύχη της αξιολόγησης θα κριθεί κι από τον παράγοντα ΔΝΤ. Το Βερολίνο έχει ξεκαθαρίσει ότι επιθυμεί την παραμονή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, με χρηματική συμμετοχή και όχι απλώς ως συμβούλου, κάτι το οποίο έχει δηλώσει δημόσια ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ενώ κάτι τέτοιο μετέφερε και η Άγκελα Μέρκελ στον Αλέξη Τσίπρα κατά την πρόσφατη συνάντησή τους. Είναι γεγονός πως η γερμανική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ενώπιον του Κοινοβουλίου της χώρας για συμμετοχή του ΔΝΤ, έστω και με μικρά δάνεια. Κάτι αντίστοιχο έχει συμβεί και στην Ολλανδία, γεγονός το οποίο πιέζει χρονικά τον πρωθυπουργό Ρούτε, καθώς έχει να αντιμετωπίσει κάλπες τον μήνα Μάρτιο.
      
Το ΔΝΤ, από την δική του πλευρά, θέτει δύο βασικές προϋποθέσεις για περαιτέρω συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα. Πρώτον, την περιγραφή των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους που αναμένεται να ισχύσουν μετά το τέλος του ελληνικού προγράμματος αλλά και τα μακροπρόθεσμα, τα οποία θα ισχύσουν μετά το 2030, ούτως ώστε να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό χρέος. Η δεύτερη αφορά το αίτημα για λήψη προληπτικών μέτρων, ύψους 4,2 δισ. ευρώ, από την ελληνική πλευρά μετά το 2018, προκειμένου να «πιαστούν» οι στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5%. Η πρώτη συναντά τη γερμανική άρνηση, ενώ η Αθήνα και η Κομισιόν αντιδρούν στη δεύτερη, την οποία όμως επιθυμεί η Γερμανία. Η ελληνική πλευρά έχει αναφέρει σε όλους τους τόνους ότι θα έκανε πίσω μόνο ως προς την επέκταση του «κόφτη» για τη διετία 2019-2020. Τυχόν επιμονή στα 4,2 δισ. ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει σε ρήξη.

                  Πολιτικά περιθώρια της κυβέρνησης
        
Οι επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου, της Κουμουνδούρου κι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας γνωρίζουν τα όρια αντοχής, - τόσο της κοινωνίας, όσο και της κοινοβουλευτικής ομάδας - , έχουν ξεπεραστεί κι επομένως άλλα επώδυνα μέτρα δεν θα μπορούσε να τα αντέξει η κυβέρνηση. Ακριβώς γι αυτό, η κυβέρνηση επιθυμεί να έχουν ολοκληρωθεί τα πάντα μέχρι το Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου, πριν δηλαδή ξεκινήσει ο ευρωπαϊκός εκλογικός κύκλος, αρχής γενομένης από την Ολλανδία…, κι επίσης, πριν υπάρξουν τα πρώτα «σημάδια» αντίληψης των κινήσεων του νέου Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ….!!!
         
Για παν ενδεχόμενο, οι μηχανισμού κυβέρνησης και κυβερνώντος κόμματος έχουν τεθεί σε «ύψιστη εκλογική ετοιμότητα». Με το σύνθημα «Φουλ στην εξωστρέφεια» ο Αλέξης Τσίπρας έχει ζητήσει από όλα τα κυβερνητικά και κομματικά στελέχη να βγουν προς τα έξω για «να μιλήσουν με τον κόσμο». Στα χνάρια δηλαδή του ίδιου που το τελευταίο διάστημα πραγματοποίησε πληθώρα επισκέψεων σε διάφορους νομούς. Και σε μια προσπάθεια να βελτιώσουν το κλίμα και να ακούσουν τα προβλήματα των πολιτών, καθότι οι μετρήσεις των δημοσκοπήσεων προκαλούν πραγματική πολιτική ζάλη. Στην αφετηρία του απρόβλεπτου και δύσκολου 2017 ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, με συνέντευξή του στο tvxs.gr  δίνει το στίγμα : «δεν αρκεί να κερδίσεις τις εκλογές για να αλλάξεις ένα παγκόσμιο σύστημα» και επιπλέον ζητά μια «συμμαχία αντί-νεοφιλελεύθερων δυνάμεων», ενώ απευθυνόμενος ειδικά προς το ΠΑΣΟΚ, διαμηνύει πως στα «νέα πολιτικά διλήμματα και το ΠΑΣΟΚ…, έχει το δικαίωμα μιας δεύτερης ευκαιρίας»….
        
Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, ως έμπειρος πρώην δημοσκόπος, γνωρίζει και τις τάσεις της ελληνικής κοινωνίας και επ αυτών ενημερώνει το Μέγαρο Μαξίμου. Δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης στοχεύει σε δύο μεγάλες κοινωνικές ομάδες : Τους συνταξιούχους και τους αγρότες. Μ αυτήν την πολιτική φιλοσοφία ελήφθη η απόφαση για παροχές σε πρώτη φάση, στους συνταξιούχους. Και στη δεύτερη φάση, από εδώ και στο εξής, τα προβλήματα της υπαίθρου θα είναι στο επίκεντρο της κυβέρνησης. Τρεις ενημερωτικές ημερίδες σε αγροτικούς νομούς αλλά και περιοδείες του πρωθυπουργού και των κορυφαίων υπουργών είναι η απάντηση που έχει επιλέξει η κυβέρνηση προκειμένου να προσεγγίσει πάλι, τους αγρότες. Να τους εξηγήσει τι πραγματικά άλλαξε με τα τελευταία μέτρα και τι όχι.
      
Πάντα ταύτα, δηλώνουν προεκλογικό πυρετό κι αγωνία της κυβέρνησης ενόψει της πάντα αβέβαιης δεύτερης αξιολόγησης…

Το παρόν κείμενο, - Ρεπορτάζ - Ανάλυση - , δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, τα θεοφάνεια, 6 Ιανουαρίου 2017.! 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου