Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Ο πρώτος απολογισμός της συμφωνίας κυβέρνησης - δανειστών : Τα πολιτικά ερωτήματα...!!!



Από σήμερα το πρωί έχουμε την «προκαταρκτική συμφωνία» κυβέρνησης-δανειστών. 

 Στην ουσία, αυτή η συμφωνία περιλαμβάνει το σύνολο του περιεχομένου της τεχνικής συμφωνίας (Stuff Level Agreement), πλην των απαιτήσεων των πλεονασμάτων για τα έτη που θα ακολουθήσουν το τέλος του προγράμματος το 2018. Τα πλεονάσματα εξαρτώνται από τις μεσοπρόθεσμες ρυθμίσεις του χρέους, οπότε πάνε πακέτο με τη σχετική συμφωνία Γερμανίας-ΔΝΤ. 
Ποιος όμως θα μπορούσε να είναι ένας πρώτος απολογισμός της συμφωνίας; Ποια είναι τα κέρδη και οι ζημιές; Ας δούμε ένα-ένα τα σημεία.

1. Όσο διαρκεί η εκκρεμότητα για το χρέος, δεν μπορεί να γίνει πλήρης αξιολόγηση της συμφωνίας. Από τη συμφωνία Γερμανίας-ΔΝΤ δεν εξαρτάται μόνο το για πόσα χρόνια θα υποχρεωθούμε να πιάνουμε τα τεράστια πλεονάσματα του 3,5%, δηλαδή πόσο θα κρατήσει η δρακόντεια λιτότητα. Εξίσου σημαντική είναι και η ένταξη στο QE (Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης) η οποία εξαρτάται από τη βιωσιμότητα του χρέους. Χωρίς τις μεσοπρόθεσμες ρυθμίσεις, το χρέος δεν μπορεί να γίνει βιώσιμο. Χωρίς το QE καταρρέει πλήρως ο κυβερνητικός σχεδιασμός και αυξάνει ραγδαία η πιθανότητα ενός τέταρτου Μνημονίου.
2. Η καθυστέρηση της συμφωνίας πρέπει να συνυπολογιστεί στην αξιολόγησή της. Η συμφωνία θα έπρεπε να είχε κλείσει τον Οκτώβριο, τελικά κλείνει Μάιο. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι γλίτωσε μέτρα ύψους 600 εκατομμυρίων και κατάφερε να περάσει τα αντισταθμιστικά μέτρα. Ωστόσο, η αρχική εκτίμηση της κυβέρνησης ήταν ότι η ανάπτυξη θα έφτανε το 2017 στο 2,7%. Τώρα, στην καλύτερη περίπτωση, η ανάπτυξη θα προσεγγίσει το 2%. Επομένως, ο απολογισμός θα πρέπει να συμπεριλάβει το κόστος που συνεπάγεται το «πάγωμα» της οικονομίας.
Εξίσου σημαντικό είναι να προβληματιστεί κανείς αν η κυβέρνησης (η όποια ελληνική κυβέρνηση) μπορούσε να δεχτεί χωρίς διαπραγμάτευση τις απαιτήσεις του ΔΝΤ. Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία κάτι τέτοια μοιάζει απίθανο.
3. Η συμφωνία είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του ΔΝΤ. Στην πραγματικότητα αυτό που κυρίως ενδιέφερε τους Ευρωπαίους ήταν να ικανοποιηθούν οι (πολλές φορές παράλογες) απαιτήσεις του ΔΝΤ προκειμένου να παραμείνει το Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα. Έτσι οδηγηθήκαμε στο οξύμωρο σχήμα να επιβάλλονται μέτρα ύψους 3,6 δισ. ευρώ, τα οποία όμως είχαν απαιτηθεί στη βάση υπολογισμών για το πλεόνασμα που διαψεύστηκαν από τις πραγματικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.
Επιπλέον, το ΔΝΤ επέβαλε στο μεγαλύτερο βαθμό την άποψη του για την αναδιάρθρωση της κοινωνικής ατζέντας μέσω των αντισταθμιστικών μέτρων, καθώς και για «δευτερεύοντα» ζητήματα όπως το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές ή την πώληση των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων εκτός φαρμακείων.
4. Το κόστος της συμφωνίας επιβαρύνει τους αδύναμους οικονομικά. Σχεδόν το σύνολο του λογαριασμού (τόσο τα 450 εκατ. του 2018 όσο και τα 3,6 δισ. των ετών 2019-20) επιβαρύνουν συνταξιούχους και χαμηλόμισθους. Μέτρα όπως η μεσοσταθμική μείωση των συντάξεων κατά 9% ή η καθίζηση του αφορολόγητου στα 5.681 μέτρα βρίσκονται στον αντίποδα της «ταξικής μεροληψίας» την οποία ευαγγελίστηκε η κυβέρνηση.
5. Τα διαπραγματευτικά κέρδη της κυβέρνησης και οι παγίδες. Η κυβέρνηση μέσω της διαπραγμάτευσης απέφυγε επιπλέον μέτρα 600 εκατομμυρίων, πέρασε τα αντισταθμιστικά με την προϋπόθεση ότι θα πιαστούν οι στόχοι, και απέτρεψε την αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων καθώς και τη θεσμοθέτηση του lock-out. Έβαλε δηλαδή στη συμφωνία μια απόχρωση σύμφωνα με τις δικές της αντιλήψεις.
Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι το αν θα ενεργοποιηθούν τα αντισταθμιστικά, εξαρτάται από εκτιμήσεις σχετικά με το πλεόνασμα, οι οποίες θα γίνουν το καλοκαίρι του 2018. Στη διαδικασία αυτών των εκτιμήσεων το ΔΝΤ θα έχει βαρύνοντα ρόλο –και καταλαβαίνουμε όλοι-ες τι σημαίνει εν προκειμένω ο βαρύνοντας ρόλος του ΔΝΤ.
Σε ό,τι αφορά τις ομαδικές απολύσεις, αν και δεν αυξάνεται το όριο τους, εντούτοις, η κατάργηση του υπουργικού βέτο τις διευκολύνει. Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων παραπέμπεται για μετά το τέλος τους προγράμματος, όπως ήταν άλλωστε η απαίτηση των δανειστών.
6. Η συμφωνία μπορεί να «ξεπαγώσει» την οικονομία. Για το σύνολο σχεδόν των παραγωγικών φορέων το μεγαλύτερο όφελος της συμφωνίας είναι η… ίδια η συμφωνία. Με τη συμφωνία και, πολύ περισσότερο, με την είσοδο της Ελλάδας στο QE, κλείνει ένας κύκλος αβεβαιότητας κατά τη διάρκεια του οποίου η παραγωγική δραστηριότητα είχε «παγώσει». Τώρα πλέον υπάρχει η πεποίθηση ότι τα σχέδια που είχαν ανασταλεί, θα μπουν σε εφαρμογή. Αρκεί όμως η επανεκκίνηση της οικονομίας για να αντισταθμίσει το βαρύ κόστος των μέτρων;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου