Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Η Συνθήκη του Λονδίνου του 1953. Η Ελλάδα διαγράφει τα γερμανικά χρέη...!!!.



Στις 27 Φεβρουαρίου του 1953 συνάπτεται η Συμφωνία του Λονδίνου. Τότε 20 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα , ρύθμισαν τα προπολεμικά εξωτερικά χρέη της Γερμανίας.  

Το μεγαλύτερο ποσοστό του δημόσιων και ιδιωτικών δανειακών υποχρεώσεων διαγράφηκε. Το υπόλοιπο μέρος διευθετήθηκε με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους: αποπληρωμή σε γερμανικό νόμισμα, επιμήκυνση χρόνου εξόφλησης, χαμηλότατα επιτόκια και «πλαφόν» στο ύψος καταβολής τοκοχρεολυσίων.
Η Συμφωνία του 1953 για την ελάφρυνση του χρέους της Γερμανίας, την οποία εκπροσώπησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ήταν η σημαντικότερη του 20ού αιώνα στην Ευρώπη. Μάλιστα, σήμερα θεωρείται ως πρότυπο.


Παρά τη σημασία της Συμφωνίας του 1953, λίγα πράγματα είναι γνωστά γι' αυτή, ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Στο παρόν κείμενο, θα παρουσιάσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, τους όρους αναδιάρθρωσης και διαγραφής του χρέους της Γερμανίας και τα διδάγματα που προκύπτουν από το ιστορικό αυτό προηγούμενο και που η Γερμανία επιλέγει να αγνοεί.

Συνθήκες - Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου διάρκεσε ένα έτος (28.2.1952 - 27.2.1953). Οι συνομιλίες (όχι "διαπραγματεύσεις", όρο που απέρριψε η γερμανική πλευρά) διεξάχθηκαν μεταξύ των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας, που εκπροσώπησαν όλους τους άλλους πιστωτές - περίπου 20 χώρες. Η Συμφωνία τέθηκε σε εφαρμογή στις 16.9.1953, μετά την επικύρωσή της από τα Κοινοβούλια των τριών ως άνω χωρών.

Κινητήρια δύναμη των συνομιλιών ήταν οι ΗΠΑ. Το γεγονός αυτό αποδίδεται σε μια σειρά παράγοντες, με κυριότερους την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, την επιδίωξη των ΗΠΑ για την άμεση ανασυγκρότηση της Ευρώπης και την επαναλειτουργία των αγορών για τα αμερικανικά προϊόντα, καθώς και τις κεϋνσιανού τύπου πολιτικές που επικράτησαν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αντίθεση με τις νεοφιλελεύθερες μετά τη δεκαετία του 1980. Τέλος, κοινή ήταν η αίσθηση ότι η πολιτική των Συμμαχικών Δυνάμεων έναντι της Γερμανίας μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο συνέβαλε στην άνοδο του ναζισμού και ότι δεν έπρεπε να επαναληφθεί.



Στις συνθήκες αυτές, η κυβέρνηση της ΟΔΓ απαίτησε και πέτυχε οι συνομιλίες με τους πιστωτές της να είναι μεταξύ «ίσων». Για παράδειγμα, το πρώτο σχέδιο διαπραγμάτευσης που υπέβαλαν οι τρεις ως άνω χώρες απορρίφθηκε από το γερμανικό Κοινοβούλιο, το οποίο έκρινε ό,τι ευνοούσε τους πιστωτές.



Όροι ελάφρυνσης του χρέους - Το υπό συζήτηση χρέος περιλάμβανε εκείνο του δημοσίου καθώς και του ιδιωτικού τομέα και αφορούσε το χρέος που προέκυψε από τις αποζημιώσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και στο χρέος που διαμορφώθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (όχι όμως τις αποζημιώσεις).

Σημειώνεται ότι μεγάλο τμήμα του χρέους της Γερμανίας μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο διαγράφηκε τρεις φορές, το 1924, 1929 και 1932, ενώ ο Χίτλερ κήρυξε παύση πληρωμών το 1934.

Η Συμφωνία του 1953 μείωσε το χρέος στα 14,3 δισ. γερμανικά μάρκα. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε σε λιγότερο από το ένα τρίτο της αρχικής οφειλής. Δηλαδή, η διαγραφή έφτασε στο 60%-70% του συνολικού χρέους!2 Επιπλέον, το εναπομένον χρέος αναδιαρθρώθηκε με τρόπο ώστε να ενισχύσει την ανασυγκρότηση της οικονομίας της Γερμανίας.

Ειδικότερα, ίσχυσαν οι εξής όροι:

* Πενταετής περίοδος χάριτος (1953-1958), στη διάρκεια της οποίας οι τοκοχρεολυτικές πληρωμές της Γερμανίας ορίστηκαν σε πολύ χαμηλό επίπεδο.



* Μηδενικό επιτόκιο για το 18% του μη διαγραφέντος χρέους (2,5 δισ. γερμανικά μάρκα), επιτόκιο ύψους 2,5% για το 39% (5,5 δισ. γερμανικά μάρκα) και 4,5% για το υπόλοιπο 44%.

Διαγραφή των τόκων ανατοκισμού επί των οφειλών του Χίτλερ μετά από τη μονομερή παύση πληρωμών το 1934.

Εκτός από τα παραπάνω, η Συμφωνία του 1953 συνέδεσε άμεσα την εξυπηρέτηση του χρέους με την ανασυγκρότηση της οικονομίας της Γερμανίας. Έτσι, το τμήμα του χρέους που διαγράφηκε αντιστοιχούσε σε περίπου 75% των εξαγωγών της το 1950, ενώ οι ετήσιες πληρωμές για την εξυπηρέτησή του δεν έπρεπε να υπερβαίνουν το 5% των εσόδων από εξαγωγές. Επίσης, η διατήρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του μάρκου σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο ενίσχυσε την ανταγωνιστικότητά της, με την ανοχή των πιστωτών και ανταγωνιστών της.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Συμφωνία εισήγαγε την έννοια της «δυνατότητας μεταφοράς» (transfer capacity) πόρων από τη Γερμανία προς τους πιστωτές της. Ειδικότερα, στο άρθρο 9 αναφέρεται ότι «...στο πλαίσιο της παρούσας Συμφωνίας, η καταβολή τοκοχρεολυσίων θεωρείται ότι αποτελεί πληρωμή για τρέχουσες συναλλαγές», δηλαδή προέρχεται από τρέχοντα έσοδα. Αποκλείστηκε έτσι η χρησιμοποίηση κεφαλαιακών πόρων, όπως εισροών για επενδύσεις, αποθεματικού κεφαλαίου, εισπράξεων από ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ. για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Εξίσου σημαντικό στοιχείο της Συμφωνίας του 1953 ήταν η καθιέρωση μηχανισμών διαιτησίας για την επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ της Γερμανίας και των πιστωτών, ενώ η Γερμανία διατήρησε το δικαίωμα έναρξης νέων διαβουλεύσεων σε περίπτωση αδυναμίας τήρησης των όρων της Συμφωνίας εκ μέρους της.

Συνολικά, η Συμφωνία του 1953 στηρίχθηκε στις εξής αρχές:

α) η ελάφρυνση του χρέους αφορά το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος ταυτόχρονα,

 β) η εξόφληση του χρέους δεν μπορεί να γίνει με επαχθείς όρους, αφού επιτείνει το πρόβλημα της υπερχρέωσης,

γ) η αντιμετώπιση του χρέους πρέπει να συνδυάζεται με την ανάπτυξη της οικονομίας,

δ) η μονομερής επιβολή της βούλησης των πιστωτών δεν συνάδει με τις πιο πάνω αρχές.

Η αδιαλλαξία της Γερμανίας - Η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους της Γερμανίας το 1953 και η ελάφρυνση των όρων αποπληρωμής του υπολοίπου αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο για το λεγόμενο "γερμανικό θαύμα" μετά το 1950. Η Ελλάδα ήταν μία από τις πιστώτριες χώρες που συνυπέγραψαν τη Συμφωνία. Η σημερινή όμως ηγεσία της Γερμανίας όχι μόνο αγνοεί τα διδάγματα της Συμφωνίας του 1953, αλλά επιδεικνύει μοναδική αδιαλλαξία έναντι της Ελλάδας και των άλλων υπερχρεωμένων χωρών.

Σημειώνουμε ορισμένες πλευρές της αδιαλλαξίας αυτής:



* Η μείωση του χρέους της Ελλάδας το 2012 ήταν συγκριτικά πολύ μικρότερη από εκείνη της Γερμανίας. Εξάλλου, περιέλαβε μόνο το δημόσιο χρέος, αγνοώντας τις μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις των ιδιωτών προς τις τράπεζες.

* Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους το 2012 δεν περιέλαβε τις διμερείς συμβάσεις της Ελλάδας με τα κράτη της Ευρωζώνης που αποτέλεσαν το πρώτο πακέτο «βοήθειας» το 2010.

* Τα νέα ομόλογα της ελληνικής κυβέρνησης που αντικατέστησαν τα παλιά υπόκεινται στο δίκαιο της Βρετανίας και του Λουξεμβούργου. Στην περίπτωση της Γερμανίας, αρμόδια παρέμειναν τα γερμανικά δικαστήρια.

* Τα τοκοχρεολύσια που κατέβαλε η Γερμανία ήταν μικρότερα από το 5% των εσόδων της από εξαγωγές, ανώτατο όριο το οποίο επέβαλε η Συμφωνία. Αντίθετα, η τοκοχρεολυτικές δόσεις της Ελλάδας δεν συσχετίζονται με τις επιδόσεις της οικονομίας.

* Η εξυπηρέτηση του χρέους όφειλε να προέρχεται από τρέχοντα έσοδα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις -την εκποίηση δηλαδή δημόσιου κεφαλαίου- συνυπολογίζονται ως έσοδα για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας.

* Η κεντρική τράπεζα της ΟΔΓ συνέδραμε την κυβέρνηση. Αντίθετα, αποκλείεται η δυνατότητα δανεισμού του ελληνικού κράτους από την Τράπεζα της Ελλάδος.

* Η Γερμανία μπορούσε να διακόψει την εξυπηρέτηση του χρέους της και να ζητήσει νέες διαβουλεύσεις, πράγμα το οποίο δεν προβλέπεται για την Ελλάδα. Επίσης, δεν προβλέπεται θεσμός διαιτησίας.

* Τέλος, σε αντίθεση με τον χαρακτήρα της Συμφωνίας του 1953, που αναγνώρισε την ανάγκη ανόρθωσης της γερμανικής οικονομίας, η λιτότητα των Μνημονίων και των άλλων ευρωπαϊκών μέτρων για την κρίση, με κύριο εμπνευστή τη Γερμανία, έχει οδηγήσει την Ευρώπη σε στασιμότητα και περιοχές όπως η Ελλάδα σε βαθιά ύφεση.



Αυτά τα στοιχεία συγκεντρώνονται στην δήλωση που αναφέρθηκε παραπάνω:



«Η ικανότητα της Γερμανίας να πληρώσει τις δημόσιες και ιδιωτικές οφειλές της, δεν σημαίνει μόνο την ικανότητα να πραγματοποιεί τακτικές πληρωμές σε γερμανικά μάρκα χωρίς πληθωριστικές συνέπειες, αλλά επίσης ότι η οικονομία της χώρας μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, με βάση το παρόν ισοζυγίου πληρωμών της.

 Ο υπολογισμός της ικανότητας αποπληρωμής της Γερμανίας απαιτεί να αντιμετωπιστούν μερικά προβλήματα όπως:

1. η μελλοντική παραγωγική ικανότητα της Γερμανίας, ιδίως όσον αφορά την παραγωγική ικανότητα των εξαγωγών της, καθώς και η ικανότητα υποκατάστασης των εισαγωγών,

2. η δυνατότητα της πώλησης των γερμανικών προϊόντων στο εξωτερικό,

3. οι μελλοντικές πιθανές εμπορικές συνθήκες,

4. τα δημοσιονομικά και εσωτερικά οικονομικά μέτρα που θα απαιτηθούν για την διασφάλιση πλεονάσματος (superavit) από τις εξαγωγές».(6)

 Περαιτέρω, σε περίπτωση διαφορών με τους πιστωτές, σε γενικές γραμμές, αρμόδια θα είναι τα γερμανικά δικαστήρια. Ρητά αναφέρεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, «τα γερμανικά δικαστήρια μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση [...] απόφασης ενός αλλοδαπού δικαστηρίου ή Αρχής διαιτησίας». Τέτοια περίπτωση είναι όταν «η εκτέλεση της απόφασης αντιτίθεται προς τη δημόσια τάξη» (σελ. 12 της Συμφωνίας του Λονδίνου).

 Άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο, η εξυπηρέτηση του χρέους προσδιορίζεται σε συνάρτηση με την ικανότητα της γερμανικής οικονομίας, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο της ανοικοδόμησης της χώρας και τα έσοδα από τις εξαγωγές.

Η σχέση μεταξύ της εξυπηρέτησης του χρέους και των εσόδων από τις εξαγωγές δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5%. Αυτό σημαίνει ότι η Δυτική Γερμανία δεν θα έπρεπε να ξοδεύει περισσότερο από το ένα εικοστό των εσόδων από τις εξαγωγές της για να εξυπηρετεί  το χρέος της. Στην πράξη, μόλις το 4.2% των εσόδων της από τις εξαγωγές θα πάνε στην εξυπηρέτηση του χρέους της (αυτό το ποσοστό ανήλθε το 1959). Έτσι και αλλιώς, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού χρέους εξοφλήθηκε σε γερμανικά μάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι η γερμανική κεντρική τράπεζα μπορούσε και εκδώσει νέο χρήμα, με άλλα λόγια, μπορούσε και έβαζε σε λειτουργία το τυπογραφείο νομίσματος (ή ρευστοποιούσε το χρέος).



Επιπροσθέτως, εφαρμόστηκε ένα εξαιρετικό μέτρο: έγινε μια δραστική μείωση των επιτοκίων, τα οποία κυμάνθηκαν μεταξύ 0 και 5%.

 Τέλος, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις δωρεές σε δολάρια των ΗΠΑ προς τη Δυτική Γερμανία: 1,17 δισ. δολάρια με το σχέδιο Μάρσαλ μεταξύ 3 Απρ. 1948 και 30 Ιουνίου 1952 (ήτοι περίπου 10 δισ. σημερινά δολάρια) συν τουλάχιστον 200 εκατομμύρια δολάρια (περίπου 2 δις σημερινά) μεταξύ 1954 και 1961, κυρίως μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών (USAID).

 Λόγω αυτών των εξαιρετικών συνθηκών, η Δυτική Γερμανία ανάκαμψε οικονομικά πολύ γρήγορα και τελικά απορρόφησε την Ανατολική Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου